ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ


Το προηγούμενο βρίσκεται ΕΔΩ )

  

Συνέγραψεν : Μιχάλης .Πατεράκης 

ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΑ

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησα.

Φαίνεται ότι περίμενε άλλη ερώτηση. Κάποια σχετική με ¨τον καινούργιο κόσμο¨.

Όμως εγώ ένοιωσα ότι αν μου έλεγε ποιος ήταν θα είχα αμέσως τις απαντήσεις σε όλα αυτά που έζησα αυτό το απόγευμα. Το αν θα μπορούσα να προσαρμοστώ ή όχι σ’ αυτή τη καινούργια πραγματικότητα, αυτό ήταν άλλο θέμα.

«Μιχάλη έχω την εντύπωση ότι μεγάλωσες, ωρίμασες μέσα σε μερικές ώρες. Είναι έτσι;»

«Ποιος είσαι;» επέμεινα.

Πάλι δεν φαινότανε διατεθειμένος να αποκαλύψει τη ταυτότητά του.

«Σου άρεσαν αυτά που είδες; Σου άρεσε αυτός ο κόσμος; Θα μπορούσες να ζήσεις μέσα σε αυτόν;»

«Ίσως θα μπορούσα. Με μια προϋπόθεση: Να άλλαζε μαζί με μένα. Να άλλαζε με το ρυθμό που θα μεγάλωνα. Όχι μέσα σε ένα απόγευμα. Έτσι…δεν το αντέχω.»

«Ας υποθέσουμε ότι θα γινόταν έτσι. Θα σου άρεσε να είσαι σαν όλους αυτούς που είδες  στη βόλτα που κάναμε; Αυτούς που… τρέχουν, αυτούς τους πάντοτε βιαστικούς  ανθρώπους, που το κυριότερο μέλημά τους είναι πώς να γεμίσουν τις τσάντες τους με ψώνια, πολλά από τα οποία τους είναι τελείως άχρηστα; Θα ήθελες να μοιάσεις με όλους αυτούς που έχουν πάψει πλέον να ενδιαφέρονται για τον διπλανό τους, που δεν μιλάνε μεταξύ τους, αλλά και όταν μιλάνε κανείς πραγματικά δεν ακούει κανέναν; Θα σου άρεσε να κάθεσαι τα βράδια με την οικογένειά σου και αντί να συζητάτε για σας τους ίδιους και για όλο τον κόσμο, να βλέπετε ηλίθιες εκπομπές στη τηλεόραση χωρίς να ανταλλάσετε ούτε μία κουβέντα μεταξύ σας; Πες μου θα ήθελες να γινόσουνα σαν όλους αυτούς έστω και αν η αλλαγή γινότανε παράλληλα με το μεγάλωμά σου;»

«Είναι…όλοι έτσι;» ρώτησα ξέπνοα.

«Φυσικά όχι. Δεν είναι όλοι έτσι. Όμως είναι οι περισσότεροι. Υπάρχουν και αυτοί που αντιστέκονται ακόμη. Επειδή όμως είναι η μειονότητα οι άλλοι τους αντιμετωπίζουν σαν γραφικούς.»

«Εγώ μπορώ να…ανήκω στους λίγους;»

Εκείνος γέλασε.

«Θες δε θες εκεί θα ανήκεις. Στη μειοψηφία» απάντησε αινιγματικά. «Το μέλλον σου είναι προγεγραμμένο.»

«Τι εννοείς;» ρώτησα με κάποια ανησυχία.

«Κοίταξέ με καλά Μιχάλη. Στο πρόσωπο, στα μάτια και πες μου αν σου…θυμίζω τίποτα»

Έκανα αυτό που μου είπε. Έγειρα πολύ κοντά του και εστίασα το βλέμμα μου στα μάτια του. Αυτός έμεινε τελείως ακίνητος και ανέκφραστος. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ


Το προηγούμενο βρίσκεται ΕΔΩ )

Συνέγραψεν : Μιχάλης Πατεράκης  

ΑΛΛΟΚΟΣΜΗ ΕΠΑΦΗ

Μια φωνή που μου φάνηκε οικεία ακούστηκε πίσω μου και διέκοψε την ονειροπόληση μου:

«Μιχάλη τι κάνεις εδώ;»

Γύρισα το κεφάλι μου. Ένας ψηλός άντρας γύρω στα εξήντα με γκρίζα μαλλιά και γένια στεκόταν όρθιος μπροστά μου. Το παρουσιαστικό του κάτι μου θύμιζε,  αλλά δε μπορούσα εκείνη τη στιγμή να σκεφτώ αν και που τον είχα ξαναδεί. Από κάπου τον ήξερα σίγουρα, παρ’ όλα αυτά είχα την εντύπωση ότι ποτέ δεν είχαμε συναντηθεί στο παρελθόν. Με πλημύρισε ένα παράξενο συναίσθημα και ανησύχησα λίγο. Σα να κατάλαβε αυτό που ένοιωσα κάθισε δίπλα μου σ’ ένα βραχάκι και προσπάθησε κα με καθησυχάσει:

«Μην ανησυχείς. Ψάχνεις  να ανακαλύψεις από πού με ξέρεις, έτσι; Δεν έχουμε συναντηθεί ξανά. Ωστόσο γνωριζόμαστε…κατά κάποιο τρόπο. Θα σου εξηγήσω αργότερα. Αλήθεια  δε μου είπες. Τι κάνεις εδώ; Μήπως  σε προβληματίζουν…οι αλλαγές που βλέπεις γύρω σου;»

Τάχασα! Τον κοίταξα  χωρίς να κρύβω την έκπληξή  μου.

«Ποιες… αλλαγές; Τι εννοείτε» ρώτησα κάνοντας τον ανήξερο.

«Έλα τώρα Μιχαλιό. Εγώ σε καταλαβαίνω. Ξύπνησες και  τα βρήκες όλα αλλαγμένα. Τα κτήρια, τους ανθρώπους, τις συμπεριφορές τους. Δεν ήταν ο κόσμος που ήξερες. Τώρα κάθεσαι εδώ μόνος σου, απομονωμένος με βαριά καρδιά, προσπαθώντας να το χωνέψεις. Για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να μπορείς να το εξηγήσεις. Και μέχρι τώρα δεν φαίνεται να τα καταφέρνεις. Κανείς δεν κάθισε να σου εξηγήσει και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα βρεις κανέναν που θα ασχοληθεί πλέον μαζί σου. Και ξέρεις γιατί; Πρώτον επειδή κανένας δεν έχει χρόνο να σου διαθέσει-βλέπεις όλοι βιάζονται αυτή την εποχή-και δεύτερον επειδή κανένας δεν μπορεί να σε καταλάβει.»

Άπλωσε τα χέρια  του και μ’ έπιασε από τους ώμους. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ


(Το προηγούμενο βρίσκεται ΕΔΩ )  

Συνέγραψεν : Μιχάλης Πατεράκης    

ΜΟΝΑΞΙΑ

Έμεινα μόνος στο σπίτι. Άρχισα να το εξερευνώ  μπαίνοντας  σ’ όλους τους χώρους. Ανακάλυψα ότι ήταν τρίπατο! Είχε τέσσερις μεγάλες κρεβατοκάμαρες δύο σαλόνια(ένα μικρό κι ένα μεγάλο), τρία μπάνια, αποθηκευτικούς χώρους με σωρούς πραγμάτων στοιβαγμένους μέσα σ’ αυτούς ενώ ανεβαίνοντας στο τρίτο επίπεδο ανακάλυψα και ένα δωμάτιο  που έμοιαζε με μεγάλο πατάρι. Φτιαγμένο όλο από ξύλο και επιπλωμένο. Αργότερα μου είπαν ότι εκεί κοιμότανε ο αδελφός μου. Ήταν η σοφίτα.

Κατεβαίνοντας κάτω, με σκοπό να φύγω να βγω έξω επιτέλους,  με περίμενε ακόμη μία έκπληξη: Άκουσα ένα σύρσιμο στη κουζίνα και μπαίνοντας μέσα έπεσα πάνω στη κυρία Κούλα τη γειτόνισσα.

«Α! Μιχαλιό εδώ είσαι. Δε σε άκουσα. Καλά είσαι;»

«Καλά είμαι κυρία-Κούλα. Εσείς…τι κάνετε εδώ; Θέλω να πω…η μαμά μου δεν είναι εδώ…»

Γέλασε πρόσχαρα. Η κυρία Κούλα ήταν μια ευγενική γυναίκα που το σπίτι της ήταν πολύ κοντά στο δικό μας. Ένα χαμόσπιτο αλλά το διατηρούσε πάντοτε καθαρό και περιποιημένο. Ο άντρας της δούλευε σ’ ένα ψαροκάικο και με το ζόρι τα έφερναν βόλτα.

«Μην ανησυχείς αγόρι μου. Δε χρειάζομαι τη παρουσία της μαμάς σου για να βρίσκομαι εδώ. Όπως ξέρεις  δουλεύω εδώ. Διαρμίζω(συγυρίζω-τακτοποιώ )  το σπίτι, πλένω τα ρούχα σας και μαγειρεύω. Είμαι κατά κάποιο τρόπο η…υπηρέτριά σας!

«Τιιιιιι; Η…η…υπηρέτριά μας!» αναφώνησα γεμάτος έκπληξη.

«Ναι. Μα γιατί απορείς;  Τόσα χρόνια είμαι εδώ και σας φροντίζω»

«Πόσα δηλαδή;»

«Πάνω από οχτώ χρόνια»

«Συγγνώμη κυρία Κούλα…αλλά πόσων χρονών είστε;»

«Σ’ ένα μήνα κλείνω τα τριαντατρία. Με τη μάνα σου έχουμε την ίδια ηλικία. Ήσουνα μωρό όταν οι γονείς σου μου πρότειναν να έλθω εδώ για να τους βοηθήσω στη λάτρα του σπιτιού. Μα τι συμβαίνει Μιχαλιό; Πρώτη φορά με βλέπεις μέσα στο σπίτι σας; »

Αυτή η κατάσταση δε πήγαινε άλλο. Έπρεπε να βγω έξω. Να πάρω αέρα. Πνιγόμουν.

«Αφήστε το κυρία Κούλα. Φεύγω τώρα. Καλό σας απόγευμα.»

Άνοιξα τη πόρτα- που μου φάνηκε πολύ βαριά( και ήταν)-και βρέθηκα έξω.

Η πρώτη ματιά που έριξα έξω, παραλίγο να με κάνει να ξαναμπώ μέσα στο  σπίτι. Αυτό που έβλεπα δεν ήταν η γειτονιά που ήξερα.  Πολυκατοικίες  είχαν ξεφυτρώσει παντού! Βρισκόμουνα στη πίσω πλευρά Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ


Ο τίτλος και μόνο οδηγεί την μνήμη μου στο βιβλίο του Εριχ φον Ντένικεν  που είχα διαβάσει την περίοδο της νιότης μου ,με τίτλο ¨ Αναμνήσεις από το Μέλλον ¨ 

Τι συμβαίνει λοιπόν ; Μυστήριο ;  Αίνιγμα ; Ανεξήγητο; ή Χωροχρονικό Παράδοξο όπως το ονομάζει ο συγγραφέας ;Βλέπει ,ανακαλύπτει ή ξαναζεί  αυτά που ήταν να γίνουν ; βρίσκεται στα τωρινά τότε –τώρα –μετά ;μπορεί  να ανατρέξει  με τη μνήμη του πως τότε θωρούσε ,  στο παρελθόν , εκείνα τα τότε-τώρα-μετά ;μπόρεσε και  φαντάσθηκε  τον  εαυτό του  στο μέλλον   του τότε-τώρα-μετά ;

Δεν έχουμε  παρά να διαβάσουμε  το διήγημα , πιθανόν αυτοβιογραφικό του συγγραφέα, το οποίο το χωρίσαμε λόγω εύρους και θα σας το δώσουμε σε 4 ενότητες .  Καλή Ανάγνωση.

**********************************************************************************

Συνέγραψεν : Μιχάλης Πατεράκης                                  

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Το καλοκαίρι του 1962 ήμουν δέκα χρονών. Ζούσα στον Άγιο Νικόλαο, στο Λασήθι. Κάθε πρωί η αγαπημένη μου συνήθεια ήταν να κατεβαίνω  στη παραλία,  με τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο  αδελφό μου, για να πιάσουμε χταπόδια. Τα πρωινά όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη, ¨τζάμι¨ που λέμε, τα χταπόδια ξεθάρρευαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε  ορισμένες φορές  έβγαιναν  απ’ το νερό και γλίστραγαν  πάνω στα βράχια.  Εύκολο σπορ, ειδικά για μένα, που δε φημιζόμουνα για τις επιδόσεις μου στο πιάσιμο χταποδιών όταν αυτά βρίσκονταν στο φυσικό τους χώρο. Δεν μπορούσα να τα διακρίνω  μέσα στο νερό-όπως ο αδελφός μου-αλλά και όταν τα έβλεπα και έπρεπε να τα καμακώσω, πάλι η κίνησή μου δεν ήταν αποφασιστική, ¨αντρίστικη¨. Άσε δε αυτό το χτύπημα του χταποδιού και το τρίψιμο για να μαλακώσει. Μάθαινα βέβαια, έπαιρνα  το ¨κολάι¨, αλλά μάλλον με αργό ρυθμό.

Και εκείνο το πρωί άργησα ( ως συνήθως) να ξυπνήσω. Ο αδελφός μου ήταν ήδη στη παραλία, είχε ξυπνήσει απ’ τα άγρια χαράματα. Πήρα το πρωινό μου στο πόδι-ζαχαρούχο γάλα ΒΛΑΧΑΣ, με μια φέτα ψωμί-πήρα το μικρό καμάκι μου(του αδελφού μου ήταν πιο μακρύ) και όρμησα προς τη παραλία.

«Άργησες» άκουσα τη φωνή της μάνας μου που καθόταν έξω στη πεζούλα. « Ο Σπύρος θα σου φωνάξει πάλι».

«Φεύγω, φεύγω»  ήταν η απάντησή μου.

Βγήκα έξω απ’ το δωμάτιο. Το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού, που μέσα σ’ αυτό κοιμόταν όλη η τετραμελής οικογένειά μου. Εκεί ήταν και η κουζίνα. Η τουαλέτα ήταν έξω . Τότε βέβαια δεν τη λέγαμε έτσι. ¨Καμπινές¨ ήταν η ονομασία της.

«Να προσέχεις τα αμάξια στο δρόμο» με συμβούλεψε η μάνα μου.

«Μαμά θα αστειεύεσαι βέβαια. Ποια αμάξια; Κάθε μια ώρα περνάει  πού  και κανένα».

«Καλά, έχε το νου σου». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

…Αναμνήσεις …αλλά και θέσεις για την αντιμετώπιση της Νέας Τάξης


ΑΠΕΡΓΙΑ  !

Γράφει ο Μιχάλης Πατεράκης

Υπάρχει ένα παλιό σύνθημα που σχετιζότανε με απεργιακές κινητοποιήσεις και το πρωτάκουσα κάπου τη δεκαετία του εβδομήντα. Μου άρεσε πολύ κυρίως λόγω των εργατικών-πολιτικών μου θέσεων αλλά και της ¨ποιητικής¨ χροιάς που ανέδιδε: ¨Η πρώτη Μαίου δεν είναι αργία. Είναι Απεργία!¨
Τότε ήμουνα ένας μικρός μαθητευόμενος μαρξιστής.Ζούσα στην Αθήνα, όπου και σπούδαζα. Έκανα πολλές δουλειές, κυρίως χειρονακτικές. Ήθελα να αποκτήσω την εμπειρία της σωματικής κούρασης και να δω από μέσα τι σημαίνει να δουλεύεις για το ¨κεφάλαιο¨ και πως αυτό σε εκμεταλεύεται, απομυζώντας την ¨υπεραξία¨σου.
Ήμουνα πολύ συνειδητός εργαζόμενος. Όταν δούλευα…δούλευα! Αλλά και όταν απεργούσα…απεργούσα!
Από πολύ παλιά οι εργαζόμενοι έκαναν απεργία για δύο λόγους:Για να αναγκαστεί ο εργοδότης-κεφαλαιοκράτης να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας και για να παίρνουν οι εργαζόμενοι αξιοπρεπείς αμοιβές. Χύθηκε πολύ αίμα σ’ αυτούς τους αγώνες. Παγκόσμια. Και κάποτε όλες (σχεδόν) οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να κατοχυρώσουν το δικαίωμα της απεργίας στα Συντάγματα των χωρών τους.
Η απεργία ήταν και είναι το ισχυρότερο(και ίσως το μοναδικό) όπλο των εργαζομένων. Κατά κανόνα δεν ξεκινούσαν κατευθείαν με αυτό. Πρώτα έθεταν τα αιτήματά τους στον εργοδότη,  άνοιγαν διάλογο μαζί του(αν μπορούσαν) και εάν δεν υπήρχε ικανοποίηση(το σύνηθες) από αυτόν, τότε τον προειδοποιούσαν ότι θα σταματούσαν την εργασία τους τη συγκεκριμένη μέρα.
Το σταμάτημα της εργασίας, ως γνωστό, είναι μιά πίεση που εξασκείται προς τον εργοδότη για να κάνει  αποδεκτά τα αιτήματα των εργαζομένων.Αν δεν τα κάνει αποδεκτά η παραγωγή θα σταματήσει και αυτός θα χάσει λεφτά. Συνήθως οι απεργίες τοποθετούνταν χρονικά σε περιόδους έξαρσης της παραγωγής, ώστε ο εργοδότης να ¨πονέσει¨ περισσότερο. Σε ακραίες περιπτώσεις ο εργοδότης κήρυσε πτώχευση της εταιρείας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

για τον Νίκο Καζαντζάκη [ ανανέωση ]


Συνεχίζοντας τα αφιερώματα μας στους σημαντικούς κατά την άποψη μας Έλληνες,στο σημερινό άρθρο θα αναφερθούμε στον Ν.Καζαντάκη ( όσο μπορούμε εμείς ,αλλά  και ο καθ΄ένας να τον κατανοήσει).  

Το τόνοι και πνεύματα ευχαριστούν τον φίλο Μιχάλη  και τον προκαλούν-παρακαλούν να είναι κοντά τους και με άλλα πονήματα του.  

Η παρούσα ανάρτηση έχει τροποποιηθεί με διαγραφή από τα παραπάνω λέξεων και φράσεων καθώς και των εν αυτοίς περιεχομένων . Η τροποποίηση έγινε την 18:30 της  16/01/2014 .

________________________

Γράφει  o Μιχάλης Πατεράκης

Πριν μερικά βράδια, ο φίλος μου ο Λακεδαίμων μου ζήτησε να γράψω μερικά λόγια για τον Νίκο Καζαντζάκη. Κάτι σαν αφιέρωμα.Βρισκόμουν ήδη στο δέκατο(περίπου) ποτηράκι ρακής και όσοι έχουν ¨εντρυφήσει¨ σε αυτό το ποτό θα δείξουν κατανόηση στην γεμάτη ενθουσιασμό καταφατική απάντηση που έδωσα. Μετά τη θύελλα ήλθε η ηρεμία, συνοδευόμενη από…τρόμο! Εγώ να γράψω ¨κάτι¨ για τον Καζαντζάκη; Πως ξεγελάστηκα και είπα το ¨ναι¨; Άτιμη ρακή!
Όμως είχα δώσει το λόγο μου. Δεν γινότανε να τον πάρω πίσω.
Τη νύχτα εκείνη-χωρίς ίχνος υπερβολής-παρέλασαν απ’ τα όνειρά μου ο Καπετάν Μιχάλης, ο Καπετάν Πολυξίγκης, ο Τίτυρος, ο Νουρήμπεης, η Εμινέ χανούμη, όλοι τους.
Αμέσως μετά με επισκέφθηκαν ο παπα-Γιάνναρος και ο καπετάν Δράκος από τις ¨Αδερφοφάδες¨. Στη συνέχεια σειρά είχαν ο γέρο-Λαδάς με τους παπά-Γρηγόρη και παπά-Φώτη από το ¨Ο Χριστός ξανασταυρώνεται¨.Την αυλαία των ονείρων μου την έκλεισε ο Αλέξης Ζορμπάς, δίνοντάς μου ταυτόχρονα και τη χαριστική βολή!
Μετάνιωσα. Θες να γράψεις λίγα λόγια, δικά σου λόγια, για έναν συγγραφέα-ποιητή-φιλόσοφο που σε συγκλόνισε με τα έργα του όταν ήσουν δεκαοχτώ χρονών-τόσο ήμουν όταν ξεκίνησα με τον ¨Αλέξη Ζορμπά¨-κάθεσαι λοιπόν κάτω και προσπάθείς να θυμηθείς, να ταξινομήσεις για να πάρει μπροστά το χέρι να γράφει. Και αυτό μένει μετέωρο, όπως συμβαίνει όταν προσπαθείς να λύσεις ένα μαθηματικό πρόβλημα και σύντομα ανακαλύπτεις ότι δεν την έχεις τη λύση. Πελαγώνεις. Σκέφτεσαι ότι μπορείς να γράψεις κάτι αλλά δεν ξέρεις από που ν’αρχίσεις και φυσικά ούτε λόγος για το που θα τελειώσεις.
Ξαφνικά σου έρχεται μιά ιδέα, σε μορφή ερώτησης: Πως θα ήταν η ζωή σου(η ζωή μου) αν δεν υπήρχε ο Καζαντζάκης, αν δεν είχα ποτέ διαβάσει κανένα έργο του;
Στη ερώτηση αυτή, απαντώ με ερώτηση.Πως θα ήταν η ζωή μου αν δεν μάθαινα ποτέ τη ρήση του Ζορμπά:<Αφεντικό ό,τι κάνεις κάνε το καλά, αλλιώς μη το κάνεις καθόλου> ή το πάθος του για τα κεράσια και πως το πολέμησε ή τέλος την απόφασή του να κόψει ένα του δάχτυλο επειδή τον εμπόδιζε να φτιάχνει κιούπια όταν έκανε τον αγγειοπλάστη! Θα έκανα εγώ κάτι ανάλογο; Όχι βέβαια! Όμως έμαθα το ¨κάνε το καλά ή μη το κάνεις καθόλου¨!
Ο καπετάν Μιχάλης ήταν ο άντρας που όλοι θα ήθελαν να του μοιάσουν. Ήμουν ένας από αυτούς.Δυνατός(κάπρο τον παρονόμιαζαν), με απίστευτη δύναμη ψυχής, ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων στο Μεγάλο Κάστρο. Κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του. Μιά μέρα πέρασε κάτω απ’ το κονάκι του πασά καβάλα στη φοράδα του με το κεφάλι ψηλά χωρίς να προσκυνήσει το πασά. Αυτός έγινε έξαλλος και κάλεσε τον υπασπιστή του να μάθει ποιός είναι αυτός ο ¨γκιαούρης που αυθαδιάζει¨. Πασά μου, του απάντησε αυτός, δώσε τόπο στην οργή. Δεν είναι άνθρωπος αυτός.Δεν πρέπει να τα βάζουμε μαζί του.Μια φορά έπιασε τη καστρόπορτα και τη ταρακούνησε με τέτοια δύναμη που παραλίγο να τη ξεστελιώσει!
Κι όμως και αυτό το θεριό είχε στιγμές που λιποψυχούσε! Αναγκάστηκε, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, να αντιμετωπίσει τον Σουλειμάν, τον αράπη με τη χατζάρα, όταν οι Τούρκοι τον αμόλησαν στα σοκάκια των ραγιάδων για να πάρει ψυχές χριστιανικές. Εκεί μπερδεύτηκα.Πως είναι δυνατόν, αναρωτήθηκα, να ένοιωσε αυτό το παλληκάρι φόβο έστω και στιγμιαίο;
Είχε και δύο μεγάλα πάθη:Πρώτα τη λευτεριά της Κρήτης και μετά την Εμινέ χανούμη. Μπροστά στα κάλλη της ήταν αδύναμος. Προείχαν όμως τα κάλλη της Κρήτης. Και πήρε την σκληρή απόφασή του, αφού πρώτα ¨πάλεψε και νίκησε τους δαιμόνους του¨.
Πως θα ήταν η ζωή μου χωρίς τον ¨Τελευταίο πειρασμό¨; Τη προδοσία(σε εισαγωγικά) του Ιησού προς τους μαθητές του πάνω στο Σταυρό.
Και τέλος πως θα ήταν η ζωή, τι πορεία θα είχε πάρει χωρίς την ¨Ασκητική¨ τον ¨Βραχόκηπο¨ και την  Αναφορά στο Γκρέκο¨;
Ευτυχία θα πει <να ζεις όλες τις δυστυχίες> και φως θα πει <να κοιτάς μ’ αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια>. Η ενότητα των αντιθέτων: <Εγώ και συ είμαστε ενα> και το ένα τούτο δεν υπάρχει!
Αν δεν τα διάβαζα όλα αυτά δεν θα μπορούσα να τα κάνω πράξη. Έγιναν πράξη από εμένα; Ναι, πολλά απο αυτά. Δεν έγινα βέβαια καπετάν Μιχάλης, πως θα μπορούσα να γίνω άλλωστε; Δεν έγινα ούτε Ζορμπάς. Έμαθα όμως πόσο σπουδαίο είναι να κρατάς το λόγο σου και πως δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο είναι σου και στο να είσαι λεύτερος.

Μιχάλης Πατεράκης

(όχι καπετάν). 

 

Αναρτήθηκε στις ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ. Ετικέτες: . Leave a Comment »