Η ΑΔΕΙΑ


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Τί φοβερό όνειρο είχε πια κι αυτή! Να φτιάξει ένα μικρό ζαχαροπλαστείο! Να φτιάχνει τα όμορφα γλυκά της, να γλυκαίνει τον κόσμο, να γλυκάνει κάπως κι αυτηνής η ζωή. Και των παιδιών της βέβαια.

Απ’ όταν το ‘βαλε στα πόδια ο «διανοούμενος», καθώς τον παρανόμαζε, ο άντρας της έμεινε αυτή πίσω με τα δυό παιδιά. Πανικόβλητη έτρεχε του Θεού την ημέρα. Και τότε και σήμερα. Του Θεού την ημέρα και του διαόλου τη νύχτα. Πώς αλλιώς να την πεί τη νύχτα της; Εκείνη να πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο, εκείνη να μαγειρέψει, εκείνη να φροντίσει να βρούνε ένα πιάτο φαί, εκείνη να πλύνει ένα ρούχο να φορέσουνε και εκείνη να πάει και στη δουλειά. Και του διαόλου τη νύχτα, αυτός να διαβάζει ανέμελος, ανάμεσα στην τηλεόραση και στον καναπέ. Κι αυτή να πρέπει να διαβάσει τα παιδιά και να απλώσει και το πλυντήριο.

Μια τέτοια νύχτα, όταν πήγε κι αυτή σαν άνθρωπος να του παραπονεθεί, της είπε αυτός με μιαν επαρμένη ειρωνία. «Έλα να σου πω, ξέρεις τι λέει ο Χοσμπάουμ;» «Ρε άντε γαμίσου κι εσύ κι ο Χοσμπάουμ» ξεσπάθωσε κι εκείνη κι αυτός άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Τα υπόλοιπα τα είπανε μεταξύ τους οι δικηγόροι. Τα πάλαι ποτέ ερωτικά τους ραβασάκια γίνανε δικόγραφα κι εξώδικα. «Πως υπάρχει έρωτας δι΄αλληλογραφίας, εμείς το κάναμε έρωτας δια δικογραφίας» αυτοσαρκαζότανε η Ηρώ. Είδε κι απόειδε στο τέλος, ένοιωσε κι αυτή στο πετσί της «του χαρτοπόλεμου τη βία» που λέει και το τραγούδι, λεφτά δεν είχε και για τους δικηγόρους και τα παράτησε. «Σιγά μη βάλω μέσον το κράτος και τους δικαστές για να γίνει αυτός πατέρας» έλεγε. «Σιγά μη γυρέψουμε κι απ’ το κράτος πιστοποιητικά του έρωτα μας!» του είχε πει κι’ όταν αυτός ήθελε να κάνουνε πολιτικό γάμο. «Τί το θέλα και συμφώνησα;» καταριότανε την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε.

Κάπως έτσι βρέθηκε τώρα να παλεύει μια μονογονεϊκή οικογένεια που λένε. Συμπαραστάτη στη σημαία της δεν γύρεψε ούτε απ’ το κράτος και της επιδοτήσεις του, ούτε απ΄ τους γονείς της. «Δικά του ήτανε τα γένια, μα δικά της τα χτένια», καθώς έλεγε. Τα παιδιά είχανε πια ξεπεταχτεί κάπως, δεκατεσσάρων ο μικρός και δεκαπέντε η μεγάλη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

No χάσιμο, no party ! No προσφορά, no επανάσταση!


Είναι βαθιά επαναστατική πράξη τα Χριστούγεννα, αδέρφια. Μονάχα που σ’ αυτήν την επανάσταση, ζυγιάζει ο καθείς τι είναι έτοιμος να χάσει κι όχι τι γυρεύει να κερδίσει ή να βαστήξει απ΄ τα καθώς τα λεν κεκτημένα. Στο πάρτι των γενεθλίων του Μανώλη, καθένας μπαίνει στο χορό με το μαρτυρίκι των πατημένων θέλω του καρφιτσωμένο στο μέρος της καρδιάς. No χάσιμο, no party ! No προσφορά, no επανάσταση!
Σ’ αυτήν την επανάσταση, όπως και σ’ όλες τις άλλες τις μεγάλες του Γένους, δεν μπαίνεις για να κερδίσεις, μα για να χάσεις, αν με εννοείς.
Εν τούτοις, κοντεύουν πάλι σε λίγες μέρες τα γενέθλια Του κι Εκείνος επιμένει εδώ και … 2013(προσθ. ιστολ.)… χρόνια να γιορτάζει και να μας καλεί. Κι εσύ αδερφέ μου, περιμένεις μια κάποια κάρτα-πρόσκληση απ’ το ταχυδρομείο. Κι εσύ περιμένεις την αναγγελία της επανάστασης απ’ τις τηλεοράσεις. Σαν να περιμένεις την ήττα του μνημονίου με μιαν απεργία. Σαν να προσδοκείς κάπου κρυφά εντός σου την επιστροφή των γλυκερών ημερών της κατανάλωσης. Σαν να ζητάς να ξεφορτωθείς όπως-όπως τα Χριστούγεννα για μιαν ακόμη φορά. Λες και δεν έμαθες ακόμη πως, κάτι υπάρχει μόνο αν τ’ αγαπάς, στο βαθμό που τ’ αγαπάς και για όσο. Λες κι ερωτεύτηκε ποτέ κανείς στ’ αληθινά δια αλληλογραφίας. Για τούτο είναι που η πατρίδα σήμερα πληγώνεται απ’ τα καρφιά των Ευρωπαίων λογιστών. Είναι πολλά τα Χριστούγεννα που ο λαός μας έπαψε να ΄ναι ερωτευμένος μαζί της. Μα θέλω –απερισκέπτως εύελπις- να προσδοκώ πως σ’ αυτά τα Χριστούγεννα θα ψηλαφίσουμε ξανά –έπειτα από καιρό- το ιδιαίτερο πρόσωπο του τρόπου μας.
Θα ‘μαι κι εγώ στο πάρτι του Μανώλη, μάλλον ανύπαρκτος θεατής για μιαν ακόμη χρονιά, άσχετος μέσ’ στους γνωστούς και μεσ’ στις τόσες «σχέσεις», όμως ξεφόρτωτος εφέτος απ’ τις φιοριτούρες της κατανάλωσης και της καλοζωισμένης ευζωίας. Ίσως έτσι μου χαριστεί μια θέση στο χορό της επανάστασης των Χριστουγέννων…
Καλά Χριστούγεννα αδέρφια και σύντροφοι ή μάλλον Χριστούγεννα Εδώ και Τώρα!

_____________________________________________________________________

Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπίλογος , ἔτσι κλείνει τὸ ἄρθρο του ὁ Ἀντώνης Ἀνδρουλιδάκης τὸ ὁποῖο  φέρει τὸν τίτλο « ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ » σας προτρέπω ὅμως νὰ τὸ διαβάσετε ὁλόκληρο ,εἶναι ἀπὸ τὰ καλύτερα ποὺ ἔχουν ἀναρτηθεῖ στὸ ἰστολόγιο αὐτὸ .

ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ

 

ΕΓΩ ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΙΜΑΙ;


Αντώνης ΑνδρουλιδάκηςΓράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης*

Απ’ το σχολείο θυμάμαι ακόμα, όλους εκείνους τους φλώρους που κάνανε τους καλούς μαθητές και τους ξύπνιους και τσιμπάγανε και κανά βαθμό παραπάνω. Έτσι όταν “έδωσα” εκείνα τα μαλακισμένα στο Λυκειάρχη δεν χρειαζόταν πια να ζορίζομαι στις εξετάσεις. Ε τι μαλάκας ήμουνα; Κι ύστερα στο στρατό, δύο βήματα απ’ το σπίτι μου έβγαλα όλη τη θητεία. Αφού είχαμε μέσο ένα ξάδερφο της μάνας μου. Ε τι μαλάκας ήμουνα; Και με κείνην την ξεβράκωτη που τραβιόμουνα για χρόνια, σιγά μην την παντρευόμουνα. Μαλάκας είσαι; Και η δουλειά ε; Εδώ έγιναν τα πιο ωραία. Ο πατέρας μου είχε κάτι κολλητιλίκια μ’ εναν πασόκο βουλευτή. Ούτε που θυμάμαι πως τον λέγανε. Εγώ με κόμματα δεν ανακατεύτηκα ποτέ. Μαλάκας είσαι; Ε λοιπόν μεγάλε, τελευταία στιγμή πρόλαβα και χώθηκα. Σχολή αστυνομίας. Μπάτσος; Μπάτσος! Χιονίσει βρέξει τα παραδάκι πέφτει. Ε τι μαλάκας είμαι; Και σιγα-σιγά να κάτι εκτός έδρας του κώλου, να κάτι κόλπα με τ΄ “ανταλλακτικά της υπηρεσίας” το πήρα το οικοπεδάκι στο Ντράφι. Ρε συ γινότανε πάρτι γύρω, όλοι κονομούσανε, στο σταυρό που σου κάνω. Ε και εγώ τι, μαλάκας είμαι; Εδώ ο πατέρας μου τόσα χρόνια επίτροπος στην ενορία από κάτι τέτοια μας μεγάλωσε. Εγώ μαλάκας ήμουνα;

Ε ρε φάσεις να σου πω όταν υπηρετούσα στο Ηθών ή στη Δίωξη. Ρε μαλάκα, όλοι πηδούσανε. Εγώ; Τι εγώ; Τί, εγώ μαλάκας ήμουνα; Όλοι βγάζανε και μεροκάματο και τα τυχερά τους. Ε ναι ρε συ. Τι εγώ μαλάκας ήμουνα; Και βλέπω τώρα όλα αυτά τα μαλακισμένα που το παίζουνε αναρχικοί και παπάρια. Τα σπάσαμε λέει στο ξύλο. Ρε τα κωλόπαιδα! Πατεράδες δεν έχουνε να τα μαζέψουμε. Εγώ έβλεπα ρε τον πατέρα μου και δεν σήκωνα μούτρα να τον κοιτάξω. Κι άμα είχε τα νεύρα του, πλάκωνε με τη λουρίδα μια εμένα και μια τη μάνα μου. Και τι να ‘κανα ρε; Να ‘μπαινα στη μέση να ‘τρωγα πιο πολλές; Τι, μαλάκας ήμουνα; Και τώρα αυτά τα μαλακισμένα θέλουνε λέει να αλλάξουνε τον κόσμο; Γιατί ρε; Εμείς μαλάκες είμαστε; Μαλακίες. Να πηδιούνται θέλουνε όποτε και με όποια γουστάρουνε, να είναι αραχτοί και να μη δουλεύουνε, να μην έχουνε λέει κανένα “μπούστη” πάνω στο κεφάλι τους και κάτι τέτοια. Εμένα η κόρη μου πέρασε ιατρική ρε μαλάκα και με υποτροφία ρε μεγάλε και δεν έχει και πολλά πολλά! Ξηγημένα πράματα. Σχολή σπίτι. Σπίτι σχολή. Κιχ να κάνει θα πέσει η σφαλιάρα. Ε τι μαλάκας είμαι;

Και σε ρωτάω ρε κολλητέ τώρα. Να κοίτα, τί γίνεται με το κωλομετρό. Απεργία στην απεργία. Γιατί ρε κωλόπαιδα απεργία; Τι σας λείπει ρε σεις; Εγώ τόσα χρόνια στο σώμα και μια μέρα δεν έλειψα. Μια μέρα ρε συ. Εκεί εγώ, στο καθήκον! Κι εσείς με τη μια απεργία; Γιατί ρε σεις απεργία; Γιατί; Εγώ μαλάκας είμαι; Γι αυτό σου λέω, Χρυσή Αυγή ρε μαλάκα, να σφίξουνε οι κώλοι ρε συ. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ


Αντώνης ΑνδρουλιδάκηςΓράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης*

Στην νεοελληνική πραγματικότητα, η λέξη μηδενιστής, χρησιμοποιήθηκε συνήθως από την κατεστημένη «κομματοκρατίλα», ενάντια σε όσους τολμούσαν να ασκούν κριτική στο μεταπολιτευτικό καθεστώς, “δίχως να έχουν πρόταση”. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, οι κυρίαρχες ελίτ “χτυπούσαν” ως λαϊκιστή, όποιον τολμούσε να έχει μεν πρόταση, αλλά μπολιασμένη με ανθρωπιά και ευαισθησία. Με αυτές τις ταμπέλες νομιμοποιήθηκε στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, η ιδεολογική ηγεμονία του “εκσυγχρονισμού” που καταδίκασε στη σιωπή, τις τελευταίες δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, αναδεικνύοντας τον νεοελληνικό μεταπρατικό παρασιτικό καπιταλισμό σε κυρίαρχη αφήγηση της κοινωνίας.

Όμως, τόσο το σημιτικό όσο και το καραμανλικό γκουβέρνο, γνώριζαν πολύ καλά ότι αυτοί τους οποίους κατήγγειλαν ως “μηδενιστές” είχαν “αξίες”. Ενδεχόμενα αταξικές, ενδεχόμενα βίαια επαναστατικές, αλλά πάντως είχαν αξίες. Και το πιστοποίησαν έντρομοι το Δεκέμβρη του 2008 όταν η δολοφονία ενός 15χρονου, ανέδειξε εν τοις πράγμασι την αξία της ανθρώπινης ζωής ως υπέρτερη της καταναλωτικής βουλιμίας του Κολωνακίου.

Στην διακυβέρνηση ΓΑΠ, ο θίασος που το έπαιζε κυβέρνηση, είχε την πεποίθηση οτι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αξίες που να υπερβαίνουν το άτομο και οτι όλα τα “σχετικά” είναι μόνο συγκαλυμμένες αξιώσεις κυριαρχίας και κατά συνθήκην ψεύδη μιας κοινωνίας που αρνιόταν να εξευρωπαιστεί. Αυτή ήταν άλλωστε η βιωματική εμπειρία τους από τα ταξίδια τους στο εξωτερικό, αλλά και από την συναναστροφή με την πασοκική πλέμπα της κοινωνίας. Γι’ αυτούς όλους η ανομολόγητη αλλά υπέρτατη αξία ήταν η απαξίωση των αξιών. Γι’ αυτό και αντιμετώπισαν σαν γραφικά απολιθώματα όσους τόλμησαν να εκφράσουν την πίστη τους σε υπερατομικές αξίες. Οι “ονειροπόλοι” που δεν ενσωματώνονταν στο σύστημα, χάλαγαν την πιάτσα. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι, ότι αν ο “μηδενισμός” του 19ου και του 20ου αιώνα τον οποίο υπερασπίζονταν οι ρώσοι αναρχικοί ή οι αντιαστοί “τρομοκράτες”, ανακήρυσσε ας πούμε το θάνατο του Θεού, ετούτοι εδώ ανακήρυσσαν τώρα -μ’ έναν τρόπο- ακόμη και το θάνατο του αθεϊσμού. Θυμηθείτε τον ΓΑΠ να ανάβει κερί στο καντηλέρι με το πλαστικό ποτηράκι και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ακόμη και η δήθεν προοδευτική θέση τους για το μεταναστευτικό, είχε στον πυρήνα της την μετα-μηδενιστική ιδέα μιας κοινωνίας τύπου «χυλού». Στο ίδιο πλαίσιο, ακόμη και η τρομερή λέξη “αντιεξουσιαστής” κατάντησε ένα αδειανό κυριαρχικό στερεότυπο δίχως περιεχόμενο. Πρόκειται ακριβώς για την εξάντληση όλων των αξιών. Ακόμη και των μηδενιστικών αξιών. Πρόκειται για τον ολοκληρωμένο μηδενισμό. Αυτός ο μηδενισμός, βρίσκει σήμερα την αντανάκλαση του στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας. Αυτό συνέβη. Ο ολοκληρωμένος μηδενισμός των παρασιτικών ελίτ, μέσα σε 30 περίπου χρόνια, κονιορτοποίησε το ελληνικό άτομο. Εξάντλησε την άλλοτε πανίσχυρη βούληση της ελληνικής κοινωνίας, από την οποία πήγαζε τόσο το αντιστασιακό ήθος της, το αξιακό της πρόταγμα, αλλά ακόμη ακόμη και η επαναστατική-μηδενιστική ορμή της. Με άλλα λόγια ο μετα-μηδενισμός τύπου Χρυσοχοίδη ήταν ισχυρότερος του μηδενισμού της 17Ν.

Ο μετα-μηδενισμός των παρασιτικών ελίτ, “πυροδότησε” εν τέλει την απενεργοποίηση της έμφυτης δυνατότητας των ανθρώπων, να είναι ελεύθεροι. Πρόκειται ουσιαστικά για άρνηση της ίδιας της ανθρώπινης ταυτότητας που συνεπάγεται την τυφλή και άνευ όρων παράδοση σ’ αυτούς που επιδιώκουν να καταργήσουν το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο σ’ αυτή τη γωνιά της γης. Οι καναπεδάτοι νεοέλληνες επαναστάτες του freddo, είναι στην πραγματικότητα δεσμώτες αυτού του μετα-μηδενισμού, ο οποίος πλέον έχει ξεπεράσει το επίπεδο των θεσμών και έχει φωλιάσει για τα καλά στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και εκεί ακριβώς καταφέρνει την ακραία επιδίωξη κάθε ολοκληρωτισμού. Τη διάσπαση -από τα μέσα- της προσωπικότητας και τη μετατροπή της σε άνευρο χυλό. Στη θέση της ισχυρής βούλησης του μεταπολεμικού νεοέλληνα, του Έλληνα που αντιστέκεται με βάση το αξιακό πρόταγμα της κοινωνίας για ελευθερία, δημιουργία και αλληλεγγύη, τοποθετήθηκε το αγχωτικό κυνήγι όλο και πιο νέων μορφών ηδονισμού. Από το σκυλάδικο, το τζόγο και τον εύκολο και πάσει θυσία πλουτισμό του χρηματιστηρίου μέχρι τις πουτάνες του ανατολικού μπλοκ και το χρησιμοθηρικό βόλεμα στο δημόσιο ή τα διακοποδάνεια, το εκκρεμές του ηδονιστικού μηδενισμού χτυπάει κόκκινα. Τα θέλουμε όλα, τα θέλουμε τώρα και στα ……..μας, είναι το moto που δονεί την ύπαρξη. Και την ντουντούκα με το σύνθημα αυτό δεν τη κρατά ο Λαός.Την κρατάει το Mega, το Star, η Athens Voice, ο Θέμος, η Esspreso και ο Κωστόπουλος. Η φωνή που τσιγκλάει την ενστικτώδη επιθυμία, δεν είναι η φωνή του Λαού. Είναι η φωνή των Πάγκαλων που γυρεύουν να «μεταλαμπαδεύσουν» το εντός τους αβυσσαλέο κενό. Γιατί, όταν τη σημαία -ως σύμβολο της όποιας συλλογικότητας- την παίρνει ο άνεμος, τότε τη συλλογικότητα την παίρνει ο διάολος. Γιατί, όταν ο Σκανδαλίδης πουλάει μούρη το 1990 φωτογραφιζόμενος με την απαστράπτουσα μοτοσυκλέτα του -αξίας 7.000.000 δραχμών- και ο υπουργός παιδείας Άρης ποζάρει ως σύμβολο του σεξ, τι να σου κάνει και το έρμο το σεξ, τι να σου κάνει και ο κάθε easyrider νεοέλληνας! Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΘΑ ‘ΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ


Τὸ θεωρῶ ὡς τὸ  κάτ΄ἐξοχὴν  ἐπαναστατικό-πολιτικὸ  ἄρθρο καὶ ἂν καὶ  σᾶς τὸ εἴχαμε παρουσιάσει λίγο πρὶν τὰ Χριστούγεννα  τοῦ 2010 , κρίνω σκόπιμο νὰ ἐπαναλάβω  τὴν ἀνάρτηση διότι τὸ θεωρῶ ἐπίκαιρο ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἑορτασμὸ τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν κατάσταση τοῦ συμφεροντολόγου ἢ τοῦ ἑαυτούλη μας  στὴν ὁποία ἔχουμε περιέλθει  ὡς ἄτομα καὶ ως πολίτες ,κατάσταση ἀπὸ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀλλὰ γὶ αὐτὸ χρειάζεται νὰ ἐπαναστατήσουμε πρῶτα πρὸς τὶς ἀδυναμίες μας  ….  Διαβάστε παρακαλῶ μὲ προσοχὴ τὸ ἄρθρο … ἡ ἔντονη γραφὴ καὶ  οἱ ὑπογραμμίσεις … δικές μου.

********************************************************************************************

Αντώνης Ανδρουλιδάκης Γράφει : o Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Θα ‘μαι κι εγώ –ξανά- στο πάρτι του Μανόλη, τέτοιες γιορτάρες μέρες γκριζωπές. Είναι βλέπεις απ’ τους κολλητούς που δεν βαστάς να αποχωριστείς, μ’ όλο κι αν διαβούν περίσσια χρόνια. Ίσα – ίσα, τότε είναι που πιότερο τον αγαπάς. Καθώς ξεμακραίνεις και από τις πρώιμες αλλά και απ’ τις ύστερες άνοιξες. Ποιανού η ψυχή βαστάει την απουσία σε τέτοιο γενέθλιο πανηγύρι χαράς ; Κι ας έχει πλακώσει τη ψυχή μας ο διάολος του μνημονίου. Τώρα, μάλιστα, πιο πολύ παρά ποτέ, είναι που απαιτείται η μνημόνευση των μεγάλων μας πανηγυριών.
Λέω πως κι ετούτη τη φορά θα ‘ναι παρόντες κι ο Μήτσος κι η Αργυρώ, οι μανάδες του Γιώργη και του Μανόλη και ο αδελφός της Κωνσταντίνας. Θα ‘ναι ετούτη τη χρονιά παρόντες και κάνα δυο ακόμη που μας λείψανε μάταια. Θα ‘ναι κι ο Άρης, κι ο Νικολής, ο Ερνέστο και ο Σολωμός. Θα ‘ναι ξανά ο Φεντερίκο και η Ρόζα, δυο τρεις μυριάδες Έλληνες φαντάροι, ο Αλέξιος ο Κομνηνός κι ο κυρ Ιωάννης. Θα ‘ναι ακόμη ο κυρ Κωνσταντής κι ο καπετάν Γιώργης ο γύφτος. Ο Μάνος και ο Ψαρρονίκος. Ο Μιχάλης, ο Ταξιάρχης κι οι γιαγιάδες. Η Αγγελική με την Αννίκα. Κι’ από κοντά η μάνα μου κι ο κύρης μου αγκαζέ κι οι άλλες μανάδες ξέγνοιαστες σε ολόλευκες σεζλόνγκ.
Τα λαμπιόνια του δέντρου θα τριζοβολούνε στους χορούς τους και θα μοιάζει ο καιρός απρόσμενη καλοκαιρία, μες στο καταχείμωνο. Κι ο ουρανός στολισμένος κι αυτός με τη γαλαζοπράσινη φορεσιά της άγιας νύχτας και το στραφταλιστό τσεμπέρί του, ριγμένο ελαφρά στους ώμους. Ασύννεφο κι ασέληνο το στερέωμα θα υποκλίνεται κι όλο γονατιστό στα γόνατα, θα βαράει ολονυχτίς παλαμάκια μπρος στον κυκλοτερό χορό τους. Κι αν έχεις μάτι γερακιού της νύχτας, θα ξεχωρίσεις καλά, ολάκερη τη ζωή που ΄χε στήσει αυτί κι αφουγκράζεται το λαμπρό άλμα των χορευτάδων. Θα σου ‘μοιάζει η πλάση όλη, ένας κύκλος, γύρω – γύρω. Κι αίφνης στην πρωτιά των χορευτών ο ένας, ύστερα ο δεύτερος, ύστερα ο τρίτος κι ύστερα ο Μανώλης και στο κατόπι οι υπόλοιποι ένα γύρω. Στο δεύτερο γύρισμα του κύκλου, ο δεύτερος γίνεται πρώτος κι ο πρώτος τελευταίος. Κι ύστερα, ο τρίτος γίνεται με τη σειρά του πρώτος κι ο δεύτερος πιάνει τα μπόσικα του τέλους και πάει λέγοντας. Ξεμανίκωτος κάθε φορά ο πρώτος, σηκώνει το ζερβό του χέρι κι κάνει λέει με μιας να κατεβάσει ένα αστέρι, μα εκείνο όλο νάζι σαν κοριτσόπουλο, του ‘κάνει τσαλίμια και χασκογελώντας διαφεύγει. Που και που, το ταπεινό γέλιο των μανάδων που καμαρώνουν τα βλαστάρια τους, διακόπτει την ευγνωμοσύνη των χορευτών, που ολόρθοι στρέφουνε κορμί και νου, μάτια και καρδιά, να τις ιδούν, να τις χορτάσουν.
Δυο–τρεις κορδέλες πλαστικές, σαν αυτές που κρεμούν στις εξώπορτες τους οι πιτσιρικάδες «the party is here», ξεκουρδίστηκαν και σαν χλωρά κλωναράκια ξεπέταξαν αίφνης ανθούς και πρασινάδες, δείγμα κι αυτό, πως δεν αντέχει ετούτη η γιορτή το πλαστικό.  Οι πασπαλισμένες στη χρυσόσκονη χριστουγεννιάτικες μπάλες έσκασαν με μιας, σαν σβόλοι χώματος που τρακάρουν με ταχύτητα σε τραχύ τσιμέντο. Και μαζί τους, ένα σωρό στολίδια, μπιχλιμπίδια και λογής-λογής διακοσμητικά, παραιτηθήκαν απ’ τους ρόλους τους και βροντήσαν κατά γης τις λαμπερές φορεσιές τους. Μαζί τους, το ‘βαλαν στα πόδια τα πλαστικά συναισθήματα των ανθρώπων, οι πλαστικές σημαίες, οι σιδηρές ρητορείες κι οι πλαστικές ηθικές.
Στην παραστιά που φλογίζει παραδίπλα, παραδόθηκαν οικειοθελώς οι λογής συμβάσεις των ανθρώπων και των κρατών. Τα δικαιώματα κι οι κατακτήσεις προσφέρθηκαν αυτεξουσίως να πατηθούν στα άλματα των χορευτών. Η ευζωία του καθενός γίνηκε ταπεινό χαλάκι στα βήματα του χορού τούτης της νύχτας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΌ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση της νεοελληνικής κρίσης

 Γράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης*

Παραμένει αληθές,νομίζω, ότι τα άτομα ποτέ δεν συγκροτούν απλές «συλλογές μονάδων». Αντίθετα,ακόμη κι όταν μοιάζουν ότι ζουν εξατομικευμένα,   προσδιορίζονται μέσα από τις σχέσεις που συνάπτουν ή είναι υποχρεωμένα να συνάπτουν μεταξύ τους. Αυτό βεβαιώνουν οι πιο προχωρημένες αντιλήψεις στην ψυχολογίας και του ω του θαύματος και οι πιο «οπισθοδρομικές» απόψεις μιας λησμονημένης και στρεβλωμένης ελληνικής παράδοσης.

Αφημένο στον εαυτό του, το άτομο, χάνει τις αναγκαίες κοινωνικές αναφορές. Κατά βασιν ζεί μια ζωή δίχως νόημα και υπαρξιακό περιεχόμενο. Περιορίζεται η δυνατότητα του στοχασμού, καθώς αυτή πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από το λόγο. Εξασθενεί ο συναισθηματικός εξοπλισμός, που θα μπορούσε να νουθετήσει την οργή ενάντια στην ανελευθερία και εκτοπίζεται η κοινωνικότητα που είναι απαραίτητη για να κινητοποιήσει την όποια επιθυμία για ριζική αλλαγή. Αίρεται, τέλος, η υπευθυνότητα που θα μπορούσε να γεννήσει την κοινωνική δράση. «Ότε ήμουν νήπιος ως νήπιος ελάλουν», ομολογεί η δικιά μας παράδοση. Ποιά οργή απέναντι στην ανελευθερία; Το πολύ πολύ μια καπριτζιόζα αγανάκτηση, όπως στα βρέφη όταν χάνουν την πιπίλα του αδιάκοπου θηλασμού τους.

Ο νεοέλληνας επί δεκαετίες ασχολήθηκε περισσότερο με το στυλ και λιγότερο με την ίδια την κοινωνία. Η ενασχόληση με την κοινωνία δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από μια αφορμή για να αναδειχθεί το ατομικό μας στυλ. Ανατρέξτε στα δεκάδες επιμελημένα ατημέλητα -αλλά πάντως γκλαμουράτα- free press, που αν και δεν ήξεραν άλλο μότο από το βαθύ ναρκισσιστικό και ατομοκεντρικό «να είσαι ο εαυτός σου», σήμερα διαμαρτύρονται γιατί η κοινωνία δεν λειτουργεί ορθολογικά. Όλοι αυτοί που αποκήρυσσαν την παράδοση του τόπου ως οπισθοδρομική, αλλά δεν έπαψαν στιγμή να απολαμβάνουν τους καρπούς της.Όλοι αυτοί που δεν έπαψαν στιγμή να διατυπώνουν ομολογίες πίστης στην ατομική τους ελευθερία, δίχως απολύτως καμία αίσθηση του επίμοχθου και συχνά οδυνηρού τιμήματος που χρειάστηκε να καταβάλλει η ελληνική συλλογικότητα -στη διαχρονία της- για να γίνει αυτή η ελευθερία εφικτή.

Όλοι αυτοί –και όχι μόνον- οδήγησαν έναν ολόκληρο λαό στη χώρα των Λωτοφάγων της Οδύσσειας. Εκεί όπου οι άνθρωποι είναι «αυθεντικοί» τότε και μόνον τότε, όταν ζουν σε ένα αιώνιο παρόν, χωρίς παρελθόν ή μέλλον. Χωρίς να τους απασχολεί η μνήμη,ελεύθεροι από την παράδοση και χωρίς να τους απασχολούν τα «ανελεύθερα πρέπει».Όσοι έφτιαξαν μια κοινωνία όπου ο καθείς ήταν ο εαυτός του και όλοι ήταν για τον εαυτό τους, διαμαρτύρονται σήμερα που αυτό το άθροισμα «εαυτών» δεν λειτουργεί.

Στα μεταπολιτευτικά χρόνια, το ατομικό εγώ,έγινε ο ανώτατος ναός της πραγματικότητας, το νέο ιερό, με ιερουργούς τα new media, τους διαφημιστές, τους λογής –λογής δασκάλους αυτοπραγμάτωσης, τους excecutives, το Nitro και την Athens Voice που επειδή «μιλούσαν βρώμικα», δηλαδή«αυθεντικά», έκλεισαν απ’ έξω την «ξεπερασμένη ιστορία», το ανελεύθερο πρέπον,τη δημοκρατία και την ευθύνη της ενηλικίωσης.

Αν κοιτάξετε γύρω σας,στα χρόνια που πέρασαν, μάλλον δεν θα δείτε παρά ανθρώπους με μια μεγαλειώδη αίσθηση σπουδαιότητας, που αρέσκονταν να διογκώνουν τα επιτεύγματα τους. Χιλιάδες ατομικές περιπτώσεις ανθρώπων που ασχολήθηκαν -σχεδόν αποκλειστικά- με φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, εξυπνάδας και ομορφιάς. Μοναδική τους πίστη υπήρξε ότι οι ίδιοι είναι κάτι σπέσιαλ και μοναδικό. Γι αυτό και απαιτούσαν διαρκώς το θαυμασμό των άλλων ενώ ταυτόχρονα δεν έπαψαν ούτε στιγμή να εκμεταλλεύονται αυτούς τους άλλους σε διαπροσωπικό επίπεδο, δίχως το παραμικρό χάρισμα ουσιώδους συναισθηματικής εμπλοκής. Οι προσωπικές εμπειρίες του καθενός μπορούν απλά να το επισημάνουν.

Θυμηθείτε τα λουσάτα περιοδικά, τα μουράτα talk show και τις πολυδάπανες τηλεοπτικές σαχλαμάρες. Μερικά απ’ αυτά φυτοζωούν ακόμη. Νόμιζες ξαφνικά ότι όλοι οι Έλληνες διέμεναν σε μεζονέτες. Λες και ένα σύννεφο από σαγηνευτικό «τίποτα» είχε σκεπάσει τη χώρα. Όλη η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων έγινε ένα παιχνίδι γοητείας που το μόνο που επιζητούσε κανείς από τον άλλο ήταν ένα κομπλιμέντο. Ίσως γι αυτό τα κομμωτήρια στη χώρα έκαναν τζίρο όσο το μισό της κλάδου των γαλακτοκομικών. Ίσως γι αυτό η Θεσσαλονίκη είχε πιο πολλά κομμωτήρια απ’ όσα ολόκληρη η Αυστρία.

Από το πρώτο τραπέζι πίστα στα σκυλάδικα και τις προκλητικές εμφανίσεις των λογής σταρς και της ολιγαρχίας, μέχρι τις πολυτελείς επαύλεις των Βορείων Προαστίων και τη μεγιστοποίηση του τζόγου ή του τζίρου της πορνείας, μια απαίτηση θαυμασμού μεταδόθηκε σαν επιδημία φτάνοντας ως το τελευταίο χωριό.

Από τη συμπεριφορά του δημόσιου υπαλλήλου και του κάθε ψιλικατζή εργοδότη,μέχρι τον κονομημένο ταρίφα και τον «χωμένο» στα κόλπα πασοκτζή, διαχέεται η ίδια βρωμερή μπόχα της αίσθησης κάποιων προνομιακών-ιδιαίτερων δικαιωμάτων που απαιτεί τη συμμόρφωση όλων των υπολοίπων στις προσδοκίες τους. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Ετικέτες: . 2 Σχόλια »

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ ΜΑΛΑΚΙΑΣ


Γράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης*

Νομίζω πως ο Camus έλεγε πως η εξέγερση σαν αρχή συνίσταται στην άρνηση της ταπείνωσης, δίχως όμως να την γυρεύεις για άλλους. Και κάπως έτσι, αν μια θολή νύχτα στο Χαλάνδρι, ακουστεί μια κραυγή βοήθειας στη μέση του δρόμου, θα πεταχτείς-δεν μπορεί- ακόμη και με τα σώβρακα καταμεσής του σκοταδιού.

Μοιάζει να μην έχει σχέση η εξέγερση με μια απεγνωσμένη έκκληση για βοήθεια. Μα, μήπως η εξέγερση είναι κάτι περισσότερο από μια -στιγμιαία ίσως- οραματική αντίσταση στο ταπείνωμα της ανθρώπινης ύπαρξης; Και τι πιο σκληρή ταπείνωση από ένα ανθρώπινο καχεκτικό κορμί  ριγμένο στη μέση της ασφάλτου; Τί περισσότερο γυρεύουμε άραγε -σαν κοινωνία- μπας και καταφέρουμε να σύρουμε τα καλοζωισμένα τομάρια μας ως στην επόμενη εργάσιμη; Πόσο περισσότερο ζωντανή ταπείνωση; Πόσο live χρειαζόμαστε πια για να χορτάσει το αδηφάγο μάτι μας βία και εξευτελισμό;

Μάζεψε βιαστικά τη νάυλον σακούλα, με τα δυο τρία λερά ρουχαλάκια της δουλειάς του, που κείτονταν παραδίπλα. Σηκώνεται και βλέπεις το σώμα ενός παιδιού 13-14 χρόνων κι ας ήταν τα διπλά χρόνια. Στον τόπο του, οι άνθρωποι δεν ξεκοιλιάζονται στα mc donalts κι οι πρωτείνες είναι ζητούμενο γενιών που χάνονται η μια μετά την άλλη στα ριζοχώραφα. Είχε το μπόι ενός παιδιού που μπορεί να ‘ταν δικό σου.Μοναχά το χρώμα του πρέπει να ήταν κίτρινο, που στο αναμεταξύ είχε γίνει απ’ το φόβο, σαν μπλαβισμένο αίμα. Ρωτάς ψυχρά τί έγινε και το βλέμμα σου μπολιάζεται απ’ τον ίδιο φόβο και τρέχει αλαφιασμένο γύρω–τριγύρω να βρεί τον κίνδυνο.Τρεις φιγούρες χάνονται με τρεχαλητά και χάχανα στη γωνία του δρόμου, πίσω απ’ τα καλογυαλισμένα ι.χ. και τα δέντρα με τα σάπια νεράτζια που καμώνονται τις νερατζιές. «Η καρντιά μου κύριε, η καρντιά μου, ήταν σαν έτσι…γρήγορα…πολύ», κι άνοιξε μια παλάμη ίδια μωρού ανοιγοκλείνοντας κάμποσες φορές τα αδύνατα δάχτυλα του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »