Ως ελληνισμός ανά της γης θα γιορτάσουμε την Ανάσταση και θα ξεφαντώσουμε με το αποκορύφωμα της Λαμπρής με ευχές, χαρές και προσδοκίες.


Το Μεγαλοβδόμαδο τελειώνει και τελειώνουν και τα βάσανα του Χριστού. Ως ελληνισμός ανά της γης θα γιορτάσουμε την Ανάσταση και θα ξεφαντώσουμε με το αποκορύφωμα της Λαμπρής με ευχές, χαρές και προσδοκίες. Ο παραδοσιακός οβελίας, οι λιχουδιές, το κρασί και τα της Λαμπρής γιορτινά…, όπου μπορούν αυτά να υπάρχουν…, θα σβήσουν κάθε απόηχο των γυφτοκαρφιών, που ο κάλφας κάρφωσε στο θεάνθρωπο, θα ανεβεί στην απεραντοσύνη του ουρανού στα δεξιά του πατρός και ο ήλιος θα λιώσει τα μαύρα σύννεφα και θα ξαναλάμψει γιομάτος, φως, χαρά και ελπίδα…

Μεγάλη Παρασκευή από Τρίκαλα, 18-04-2014, ο γράφων, ο επαναπατριζόμενος Θεσσαλός Πολίτης, αντί για κάρτα και ηλεκτρονικά λουλούδια που δεν έχουν αφή και άρωμα, στέλνει όλες του τις ευχές, σε κοντινούς και μακρινούς φίλους και φίλες, στους ενεργούς και ανενεργούς σκαπανείς του Λόγου και της Τέχνης, με ένα ποιητικό αφιέρωμα που δείχνει μια άλλη διάσταση, που περιμένουμε να πάρει σάρκα και οστά όπως η Ανάσταση του Χριστού.

Χρόνια Πολλά σε όλους, φίλους, «εχθρούς» και «αντιπάλους»

Χριστός Ανέστη αδελφοί!

Με τούτη την Ανάσταση και η ζωή κι αυτή να Αναστηθεί!

 

      ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

Πριν γείρει ο ήλιος σας φωνάζω

Σ’ ένα συμπόσιο μεγάλο σας καλώ

Που χρόνια τώρα για σας μ’ αγάπη ετοιμάζω

Την διαθήκη μου στα χέρια σας να εμπιστευθώ

 

Απ’ τη ζωή μου ζήτησα πολλές φορές

Άλλοτε φανερά κι άλλοτε κρυφά

Κάποια στιγμή να κουβεντιάσουμε οι δυο

Κι ό,τι θα μου ’λεγε, θα άκουγα πιστά

 

Στο πρόσωπό της είδα χρώματα πολλά

Τα πιο πολλά της μελανά, σαν να ’ταν δαγκωμένα

Με ρούχα αταίριαστα, βρώμικα και σχισμένα

Μ’ άδεια ψυχή από κάλλη, κλεμμένα ή διωγμένα

 

Την αναζήτησα σε όλους τους ορίζοντες

Την έψαξα συνέχεια σ’ Ανατολή και Δύση

Και στους αγέρηδες ζητούσα τη φωνή της

Κι απ’ τον Θεό τον ίδιο γύρευα να μου πει

 

Στην ύπαρξη την αμφίβολη και σκυθρωπή

Μπλάβα τα χρώματα στα πρόσωπα ανθρώπων

Ανθρώπων που δεν είχαν δει του ήλιου ματιά

Γυρνώντας σαν κατάδικοι στα δώθε και στα πέρα

 

Σε άμορφα στρατόπεδα ζητούσαμε τη ζωή

Σαν «κράχτες» φτιάξαμε κάποια δικά μας γκέτα

Κομμάτι στο κομμάτι απ’ το ίδιο μας κορμί

Στ’ ανεμοβόρια στήναμε με πόνο τα παλάτια

 

Τρύπιες οι στέγες, πολλές χαραγματιές

Αράχνες, νυχτερίδες και ουρές από αστέρια

Ακόμα και παράξενες της νύχτας οι σκιές

Σκοτάδια και ουρλιάσματα ράγιζαν τις καρδιές μας

 

Με τα σφιγμένα δόντια μας διώχναμε μακριά

Πόνους, παράπονα και μπάζαμε υπομονή με πείσμα

Κι απ’ τα σπασμένα τζάμια τρύπωνε αυτή 

Και την ψυχή μαλάκωνε κι έδωνε τη ζωή μας

 

Δειλά την άλλη αυγή, της υπομονής σηκώναμε σημαία

Σαν προξενήτρα που κατέχει τη δουλειά

Μπροστά από μένα, τη μάνα κι από σας

Βήμα στο βήμα κι αργά κι αχά, κινήσαμε παρέα

 

Αρχίσαμε σκληρό, γιομάτο μόχθο αγώνα

Με σκουμπωμένα τα τρύπια μας μανίκια

Φόλες στις πατούσες οι γαλότσες μας και χιλιοφορεμένες

Και στο ζουνάρι άνοιξα τις τελευταίες τρύπες

 

Γυρίσαμε κι εμείς, όπως ο μύλος, των χρόνων εποχές

Μέχρι που μια στιγμή φάνηκε η ζωή

Ω! Πώς ντραπήκαμε και πώς νιώσαμε!

Απ’ την ασχήμια της, την γύμνια την ωμή

 

Το χέρι μου άπλωσα σα να ’ταν αδερφή

Με σεβασμό τ’ ακούμπησα απάνω στα μαλλιά της

Σκόνες πολλές πηχτές, τις τίναξα με μιας

Και φάνηκε ο ήλιος να μας χαμογελάει

 

Πάμε, της λέω, θ’ αρχίσουμε καινούρια αρχή

Και πέταξε από πάνω σου ετούτη τη βρωμιά

Κοντά μας το ταιριαστό σου θα το βρεις

Ποτέ το μάταιο που σβήνεται αργά

 

Τα ρούχα της πετάει βγάζοντας μια φωνή

Το αργό ξεκίνημά της ζούσε στο εκκρεμές

Και ξαφνικά το χέρι της μας δίνει και νιώσαμε θεοί

Μα, πόσο λίγο κράτησε αυτή της η ευχή!

 

Εξαρτημένοι απ’ αυτή που μας περιφρονεί

Είμαστε όμως άνθρωποι, έχουμε και ψυχή

Δεν είναι η αγάπη ν’ αγαπάς μόνο εσύ

Πρέπει ν’ αγαπιέσαι όπως αυτή κι εσύ

 

Νωθρό και σκεφτικό τον βλέπαμε τον ήλιο

Διάχυτη η θλίψη του, κίτρινος σαν φλουρί

Κι όπως με κόπο και σβαρνά τραβά τα βήματά του

Έγειρε και μας άφησε μια μολυβένια σκιά

 

Σύννεφα από πάνω μας το σύναγμα αρχίσαν

Μαύρα πουλιά ξεπρόβαλαν βαθιά απ’ την γκρίζα Δύση

Πέταξαν από δίπλα μας κι έκρωξαν ξερά

Και σαν ψυχές χαθήκανε μέσα στη λησμονιά

 

Σαν παλαβός ο άνεμος άρχισε να σφυρίζει

Κι ό,τι από σκόνες, φύλλα ξερά, κουρέλια

Στα πόδια μας τα μάζωξε μπροστά

Και ένιωσα την πλάνη ακόμα μια φορά!

 

Κι άλλες φορές πολλές συναντηθήκαμε

Πότε να τη θωρώ σαν άγγελο με κρίνους

Πότε σαν μια νεράιδα που δίνει τη χαρά

Πότε σαν μάγισσα που διώχνει τα κακά

 

Πότε αρχόντισσα που σκλάβωνε το νου

Πότε σαν μια πηγή που κέρναγε ζωή

Πότε ένας άνεμος που φύσαγε και φούσκωνε

Των δέντρων και των κοριτσιών στήθια παρθενικά

 

Πότε να ’ναι μια λυγερή με μαγικό ραβδί

Να σταματάνε με τη μια τ’ αστραποχαλάσματα

Να ηρεμεί τα σύννεφα και ωκεανών τα κύματα

Τόσο, που να τη χαίρεται η φύση κι ο Θεός

 

Όμως τις πιο πολλές φορές διπλά χτυπά

Όλα, που σας ξιστόρησα, γίνονται ψέματα

Ό, τι στοιχειά υπάρχουν τα κάνει άρματα

Τα ίδια της τα χέρια βάφει στα αίματα

 

Αυτά είχα να σας πω, παιδιά μου πια τρανά

Τ’ αλαφιάσματά της ποτέ σας μη σκιαχτείτε

Μα ψάξετε όσο ακόμα ο ήλιος δεν έγειρε βαθιά

Βρείτε του πόνου βότανα και δώστε της χαρά

 

Είναι παράδεισος γιομάτη με περιβόλια

Μόνο που ανέχτηκε να σέρνονται πολλά

Άσχετα πράγματα με κείνη και μ’ εσάς

Γι’ αυτό, μη γίνετε δήμιοι εσείς, μα μόνο δικαστές

 

Πάρτε την μες στα χέρια σας, για σας είναι φτιαγμένη

Μη σκιάζεστε στ’ αγριοπαλέματα τ’ αγέρα κι ουρλιαχτά

Καιρός είναι, άλλο μην καρτεράτε, δέσανε τα φτερά

Γυρνάτε στην Ανατολή τη Δύση της Ζωής

 

Β.Φ. «Απόλλων» 24.04.1995

Από το «Ψάχνοντας στ’ αχνάρια σου ζωή» 1998

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: