Ο ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ


ceb3ceb1cebdcf89cebcceb1cf84ceb7cf83Τούτη την ιστορία που θα σας πω σήμερα την άκουσα πολλές φορές από έναν γερο-Μανιάτη, που ερχόταν να δουλέψει κάθε καλοκαίρι στα ρύζια.

Σαν να τον βλέπω τώρα, βέρα Μανιάτικη φυσιογνωμία, μια μορφή αυλακωμένη από στέρηση και βάσανα, με κάτι μάτια πράσινα ,όλο εξυπνάδα και πονηριά.

Έλεγε πολλά ο μπαρμπα-Πιέρρος.

Το ΄περνε πάνω του πως ξέρει ακόμα και τον καιρό… ήταν το  « μετεωρολογικό δελτίο » της εργατιάς. Μάζευε κοντά του τα βράδια και τους άλλους εργάτες που μέναν σπίτι μας και να τα γέλια και τα χάχανα απ΄τις ιστορίες του μετά απ΄το ξεθέωμα της δουλειάς.

Μικρό σκολιαρούδι εγώ έπιανα θέση κοντά του. Σαν ήταν κάτι που δεν έκανε να τ΄ακούσω ο μπαρμπα-Πιέρρος  μούλεγε : Λάκα να πας στη μάννα σου …σε γυρεύει …

Μα τούτη την ιστορία η « λογοκρισία » του δεν την έβρισκε φαίνεται πολύ βαριά, τις άλλες έβρισκα τρόπους και τις κρυφάκουγα.

Κάποτε λοιπόν , στο χωριό του ,κάπου κοντά στην Αρεόπολη, ένα πρωί ακούστηκε μια φωνή

… Γανωματής !…Εδώ ο καλός γανωματής, γανώνω όλα τα παλιά !… Μια φωνίτσα τσιριχτή ,λίγο βραχνή που έβγαινε από ένα αστείο λιγόσαρκο κορμάκι.Τα ρούχα του ,τα παπούτσια του κι όλο του το σουλούπι έδειχναν πως με την πείνα κάνουν συχνά παρέα.

Δεν παινεύω τους Μανιάτες γιατί οι πρόγονοί μου ήταν αποκεί , μα είναι γνωστή  η μανιάτικη φιλοξενία. Αμέσως βρέθηκε ένα κατώϊ για στεγάσει τον γέρο-Μιχάλη τον Γανωματή και απ΄το υστέρημά τους του πήγαιναν φαγάκι.

Άλλος ψωμί, άλλος ελιές και κανα κομμάτι σύγκλινο και λουκάνικο καμιά φορά.

Ο Γανωματής έφτιαχνε τα χαλκώματα του χωριού, γύριζε και στα γειτονικά χωριά και τα κατάφερνε καλά…. Είπε έγινες άνθρωπός μας … τούλεγαν οι χωριανοί .

Είχε βρεθεί λιμανάκι πια για τούτο το ναυαγισμένο σκαρί, που ούτε έλεγε, ούτε μαρτυρούσε σε ποια πέλαγα παραδάρθηκε και πως βρέθηκε σε τούτη την ξέρα.

–          Μάστορα γειά σου , ακούει μια μέρα.

Σηκώνει τα μάτια του , τι να δει ; Μια φρεγάδα μαυροφορεμένη, γαϊτανοφρυδούσα Μανιάτισσα ,ίσα με 30 χρονών. Κράταγε ένα ταψί για φτιάσιμο.

Ο γερο Μιχάλης τάχασε. Έστριψε το μισομαδημένο μουστάκι του ,ίσιωσε την σκευρωμένη του πλάτη ….μια φωνή σατανική του φώναζε στο άδειο του κρανίο ΄΄ Μιχάλη . το νου σου της αρέσεις, σε καλοκοιτάει ΄΄

Ο γερο Μιχάλης της πιάνει την κουβέντα :

–          Και γιατί φοράς μαύρα κυρά μου ;

–          Αχ πάνε δυό χρόνια πούχασα τον άντρα μου !

–          Ήτανε νέος;

–          Τριάντα πέντε χρονών, άστα μάστορη, νέα γυναίκα να ζώ με την πεθερά, μισόκουφη , θεόστραβη… ζωή κι η δικιά μου…

Άφησε η χήρα το ταψί και θα ξαναρχότανε να το πάρει έτοιμο φτιαγμένο.

Από την άλλη ο γερο Μιχάλης στολίστηκε μ΄ένα παλιό κουστούμι που τούχε χαρίσει ο δάσκαλος του χωριού , κοτσάρισε κι ένα λουλουδάκι στο πέτο ,έφτιαξε και στραβιά τη χωρίστρα και άρχισε τα κουτοβόλτια. Θα καταλάβατε που ;

Στο στενοσόκακο ,κάτω από το σπίτι της χήρας. Μια , δυο ,  τρείς τον κατάλαβαν. Εκεί δεν περνάγανε οι έρωτες του γέρου.

Πάει η χήρα να πάρει   το ταψί.

–          Πόσο κάνει μάστορα ;

–          Από σένα να πάρω λεφτά ; Άχ τι μου ‘κανες και σ΄αγάπησα ! Χάνομαι για σένα .

–          Με κοροϊδεύεις ; του λέει πονηρά η χήρα.

–          Εγώ ; ότι θέλεις από μένανε. Άσε με ν΄αρθω την νύχτα να σε βρώ. Θα σου μάθω εγώ παιχνίδια …

–          Καλά μάστορα, θα σε περιμένω απόψε, λέει μετά από σκέψη η χήρα.

Για τον γέρο ως το βράδυ οι ώρες περνάγαν με περπατησιά χελώνας.

Σαν νύχτωσε καλά, σιγά -σιγά πέρασε το σοκάκι ,έσπρωξε την αμαντάλωτη πόρτα της χήρας και μπήκε λαχανιάζοντας από την αγωνία κι απ΄τη λαχτάρα της ευδαιμονίας που τον περίμενε.

Περδικούλα μου ,λατρεία μου ,έκανε ο γέρος και άπλωσε ….

Δυο χέρια μαυριδερά γεροδεμένα τον αρπάζουν …

Πετάγεται σαν αίλουρος απ΄το κρεββάτι ένας Μανιάταρος και που σε πονάει και που σε σφάζει ! Ήταν ο αδελφός της χήρας.

Την άλλη μέρα στο σπιτάκι του μάστορα βρέθηκαν ,τα τσιμπίδια ,οι κολλήσεις κι όλα τα σύνεργα και εκείνος άφαντος.

Κάποιος χωριανός τον είχε δει να φεύγει μαντιλοδεμένος το χάραμα. Αποχαιρετούσε τη Μάνη για πάντα.

Κάποτε –κάποτε θα θυμάμαι απ΄τις ιστορίες του μπάρμπα –Πιέρρου και θα σας τις λέω.

Γεώργιος Ι. Γλεντζές

Σημ. Ιστ. : Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η φωνή του Έλους, προ διετίας περίπου.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: