Η ΑΔΕΙΑ


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Τί φοβερό όνειρο είχε πια κι αυτή! Να φτιάξει ένα μικρό ζαχαροπλαστείο! Να φτιάχνει τα όμορφα γλυκά της, να γλυκαίνει τον κόσμο, να γλυκάνει κάπως κι αυτηνής η ζωή. Και των παιδιών της βέβαια.

Απ’ όταν το ‘βαλε στα πόδια ο «διανοούμενος», καθώς τον παρανόμαζε, ο άντρας της έμεινε αυτή πίσω με τα δυό παιδιά. Πανικόβλητη έτρεχε του Θεού την ημέρα. Και τότε και σήμερα. Του Θεού την ημέρα και του διαόλου τη νύχτα. Πώς αλλιώς να την πεί τη νύχτα της; Εκείνη να πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο, εκείνη να μαγειρέψει, εκείνη να φροντίσει να βρούνε ένα πιάτο φαί, εκείνη να πλύνει ένα ρούχο να φορέσουνε και εκείνη να πάει και στη δουλειά. Και του διαόλου τη νύχτα, αυτός να διαβάζει ανέμελος, ανάμεσα στην τηλεόραση και στον καναπέ. Κι αυτή να πρέπει να διαβάσει τα παιδιά και να απλώσει και το πλυντήριο.

Μια τέτοια νύχτα, όταν πήγε κι αυτή σαν άνθρωπος να του παραπονεθεί, της είπε αυτός με μιαν επαρμένη ειρωνία. «Έλα να σου πω, ξέρεις τι λέει ο Χοσμπάουμ;» «Ρε άντε γαμίσου κι εσύ κι ο Χοσμπάουμ» ξεσπάθωσε κι εκείνη κι αυτός άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Τα υπόλοιπα τα είπανε μεταξύ τους οι δικηγόροι. Τα πάλαι ποτέ ερωτικά τους ραβασάκια γίνανε δικόγραφα κι εξώδικα. «Πως υπάρχει έρωτας δι΄αλληλογραφίας, εμείς το κάναμε έρωτας δια δικογραφίας» αυτοσαρκαζότανε η Ηρώ. Είδε κι απόειδε στο τέλος, ένοιωσε κι αυτή στο πετσί της «του χαρτοπόλεμου τη βία» που λέει και το τραγούδι, λεφτά δεν είχε και για τους δικηγόρους και τα παράτησε. «Σιγά μη βάλω μέσον το κράτος και τους δικαστές για να γίνει αυτός πατέρας» έλεγε. «Σιγά μη γυρέψουμε κι απ’ το κράτος πιστοποιητικά του έρωτα μας!» του είχε πει κι’ όταν αυτός ήθελε να κάνουνε πολιτικό γάμο. «Τί το θέλα και συμφώνησα;» καταριότανε την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε.

Κάπως έτσι βρέθηκε τώρα να παλεύει μια μονογονεϊκή οικογένεια που λένε. Συμπαραστάτη στη σημαία της δεν γύρεψε ούτε απ’ το κράτος και της επιδοτήσεις του, ούτε απ΄ τους γονείς της. «Δικά του ήτανε τα γένια, μα δικά της τα χτένια», καθώς έλεγε. Τα παιδιά είχανε πια ξεπεταχτεί κάπως, δεκατεσσάρων ο μικρός και δεκαπέντε η μεγάλη. Όλο και βοηθούσανε και τα δυό τους στις δουλειές του σπιτιού. Παράπονο δεν είχε. Μα κουράστηκε πια στα γραφεία του ενός και του άλλου κερατά. Μια ο ένας να τη λιγουρεύεται να την πηδήξει, μια ο άλλος να την ξεθεώνει με τις απαιτήσεις του. Κι ο μισθός που να φτάσει να προλάβει τις ανάγκες που τρέχανε κι αυτές ξεθεωμένες. Κι έτσι όπως ήτανε κι αυτή αλέγκρα που την καμάρωνε κι ο πατέρας της, δεν το ‘χε για πολύ και τα βροντούσε όλα κάτω κι έφευγε. Ήτανε κι αθυρόστομη, όσο να πείς. Άσε που τα παραμύθια με τις καριέρες και τα λοιπά που προσκηνούσανε πολλοί στη γεννιά της, αυτή τα είχε ακούσει και τα είχε ξανακούσει. Ήξερε το τέλος και τα βαριότανε. Δεν της λέγανε και τίποτα όλα ετούτα τα εκζέκιουτιβς κι οι αμερικανιές με τα ταγιέρ και τις γόβες. «Δυό μέτρα πόδι έχω έτσι κι αλλιώς. Και δύο δώδεκα να το κάνω, αν βάλω κανά δωδεκάποντο, πάλι για τους άντρες δεν θα αλλάξει και τίποτα. Ίσα-ίσα που θα τους ανεβάσω τον πήχη ακόμη πιο ψηλά. Πού να πηδήσουνε τα κακόμοιρα ;» σκεφτότανε περιπαίζοντας καμιά φιλενάδα της που λύσσαγε για τ’ αρσενικά.

Αυτή, σχέσεις και πολλά πολλά δεν ήθελε. Δεν ήτανε πια αυτή για τέτοια. Ο πρίγκηπας είχε έρθει καβάλα, όχι στ’ άλογο, αλλά στη ψυχούλα της. Μια και δυό, τον γκρέμισε στο τέλος κι αυτή σαν αχαλίνωτο άτι. «Τα χαλινάρια σου και σ’ άλλη παραλία» έλεγε, σαν τύχαινε καμιά «σχέση» να θέλει να την κλείσει στα στενά. «Ολοσχερώς ανεξάρτητη» έλεγε περήφανα για τον εαυτό της και δεν πάταγε μύγα στο σπαθί της. Κι αν άκουγε τίποτα βαριές φιλοσοφίες, για επαναστάσεις και ιδεολογίες, κουμπωνότανε πριν προλάβουνε καλά-καλά να της ξεκουμπώσουνε και κανένα κουμπί απ’ το άσπρο της πουκάμισο που μοσχοβολούσε γιασεμί και έρωτα.

Με τούτα τα εφόδια ξεκίνησε να φτιάξει τα μαγαζάκι της: Ένα λευκό πουκάμισο μεσάτο με δυό ξεκούμπωτα κουμπάκια στο στήθος της, ένα παλιό ξεβαμένο τζίν, δυό θηλυκά μπράτσα γραμμωμένα στα γυμναστήρια της λάτρας του σπιτιού και δέκα μακριά κομψά δάκτυλα ζαχαρένια απ’ τα χάδια στα παιδιά της. «Έσπασε» και την ασφάλεια ζωής που της είχανε κάνει oi γονείς της από παιδί και μάζεψε τρείς-τέσσερις χιλιάδες. Πού να φτάσουνε; Μα αυτή εκεί, επιμονή να κάνει το μικρό της ζαχαροπλαστείο, λες κι ήτανε σε αμερικάνικη ταινία κι όχι στην ελληνική ζωή. «Ρε συ Ηρώ, με πορδές δεν βάφονται τ’ αυγά» την απόπαιρνε η μάνα της και μονάχα ο πατέρας της ήτανε πάντα εκεί εμψυχωτής και συμπαραστάτης. «Μακάρι να είχαμε με παιδί μου περισσότερα να σε βοηθήσουμε» της είπε και της έδωσε κι αυτός σχεδόν μιαν ολόκληρη σύνταξη.

Δυό νοίκια έδωσε για να πάρει τα κλειδιά να μπεί να ξεκινήσει να το φτιάχνει. Μια τρύπα ήτανε, μα το λοκάϊσον που θα λέγανε και οι εξέκιουτιβς, το είχε επιλέξει σωστά. Κόσμος πήγαινε κι ερχότανε απέξω κι όσο εκείνη έβαφε και γλύκαινε τους γκρίζους βρώμικους τοίχους, τόσο φανταζότανε όλους αυτούς τους ανθρώπους να γλυκαίνονται στα ζαχαρωτά της. Να βγάλει κι αυτή μια δραχμή να στέρξει σε μιαν ανάγκη των παιδιών της. Ευγενική και χαρούμενη απαντούσε στους γείτονες που τη ρωτούσαν «τί θα γίνει εδώ;». «Το καλύτερο ζαχαροπλαστείο του κόσμου» χαμογελούσε πάνω απ’ τη σκάλα με το πινέλο στο χέρι και το λευκό της πουκάμισο που είχε γίνει τώρα σαν την πολύχρωμη παλέτα κάποιου τρελλού ζωγράφου. Όταν προχώρησε κάπως η δουλειά είπε να βάλει μπρος τα διαδικαστικά. Να τρέξει σε εφορίες, δήμους και υγειονομικά. Να βγάλει την άδεια υγειονομικού ενδιαφέροντος, κατά πως τη λέγανε. Μα αντί για ενδιαφέρον μονάχα αδιαφορία έβρισκε στις υπηρεσίες. «Λαδωμένοι» υπάλληλοι και κάτι χοντρές γυναίκες με πλατινέ μαλλί την τυλίγανε σε χαρτιά και την στέλνανε απ’ τον έναν στον άλλο. Ένα ψυγείο της προκοπής δεν είχε να πάρει και γύρναγε στα μεταχειρισμένα κι αυτές οι καρακαϊδώνες γυρεύανε μπαξίσι για να μπορούνε να πάνε στο διαιτολόγο και στο κομμωτήριο.Πήγε να πλακωθεί με κανα δυό, μα το ξανασκέφτηκε κι έκανε την πάπια, πράγμα σπάνιο γι΄αυτήν. Μα έλα που είχε ιερό σκοπό να ανοίξει το μαγαζί και δεν ήθελε πριν ξεκινήσει καλά-καλά μπλεξίματα με τις υπηρεσίες.

Αγγάραψε κάτι παλιούς γκόμενους που δεν είχε και κανά σοβαρό λόγο να τους διαψεύσει παντελώς τις προσδοκίες κι έφτιαξε τις ξύλινες προθήκες και τα ράφια. Πιάνανε τα χέρια της κι αυτηνής μα όσο και να το πεις χρειαζότανε κι ένα αντρίκιο χέρι. Λίγο να φτιάξει τα ηλεκτρικά, λίγο τα υδρυαλικά, λίγο να κρεμάσει τα φώτα. Σοκολατί και μώβ φωτίστηκε το μαγαζί της κι έμοιασε -απ’ έξω που βγήκε να το καμαρώσει- σαν σοκολατίνα πάστα με πορφυρό γλάσσο. «Ομορφιά μου εσύ!» το κανάκεψε, όπως έκανε και στα παιδιά της. Χάζευαν κι οι περαστικοί το μικρό ζαχαροπλαστείο που έμοιαζε με κουκλόσπιτο ή μ’ εκείνα τα χριστουγεννιάτικα σπιτάκια που έφτιαχνε ο Δήμαρχος στην πλατεία, για να καλοπιάσει στις γιορτές τα παιδιά των ψηφοφόρων του. Κρέμασε και τη ταμπέλα του. «Το γλυκό» το βάφτισε εκεί στην κολυμπίθρα των ονείρων της. Απλά «το γλυκό», χωρίς πολλά-πολλά. Με όμορφα λευκά γράμματα σχεδιασμένα σε φυστικί φόντο.

Μονάχα ο τρελόγερος δίπλα την κοίταζε με μισό μάτι κάτω απ’ τα τεράστια κοκκινόγκριζα φρύδια του. «Μα καλά τα κομοδινί μαλλιά του, βάφει και τα φρύδια του ο γελοίος;» αναρωτιότανε η Ηρώ που τον βαριότανε κάθε φορά που ερχόταν δήθεν για να δεί πως πάνε οι εργασίες. «Γείτονας είναι, σκεφτότανε, μια πόρτα. Μην τον στείλω στο διάολο. Δεν λέει!» Κι ας της είχε σπάσει τα νεύρα απ’ το πρώτο κιόλας καρφί, επειδή φοβότανε λέει μην τρυπήσει ο τοίχος. «Αλλά τί περιμένεις;» ψυθίριζε εκείνη. «Βιβλιοπωλείο δεν έχει; Κανένας ψυχαναγκαστικός ή σκέτος ψυχάκιας διανοούμενος, θα ‘ναι κι αυτός. Η μοίρα μου το ‘χει γαμώτο!» Τον «έγραψε» κι αυτή κανονικά που λένε, τον κέρασε και κάτι σοκολατάκια απ’ την πρώτη μέρα κι είπε στη τίγρη μέσα της να κάνει για ακόμη μια φορά την πάπια.

Πεντανόστιμα τα γλυκά της παρά τα μηχανήματα που της λείπανε. Ίσως και εξ’ αιτίας. Όλα απ’ τα χέρια της χωρίς χημείες και εμπορικά κόλπα. Και δώστου όλο να φτιάχνει συνταγές και να δοκιμάζει. Ευχαριστηθήκανε και τα παιδιά της γλυκά έτσι καθώς γενήκανε οικογενειακώς δοκιμαστές. Έφτιαξε κι όμορφα κουτιά συσκευασίας σαν να ‘ταν τα γλυκά της παιδικά παιχνίδια. Πάντα χαμογελαστή με τους πελάτες, έλεγε το «καλώς τους» απ’ την ψυχή της. Την επιβράβευε κι ο κόσμος με τις αγορές του κι όλο αβγάτιζε η δουλειά. Κι ας την πονούσανε που και που τα πόδια της απ’ την ορθοστασία κι ας την δάγκωνε η μέση απ’ τη δουλειά στον πάγκο που δεν ήτανε δα και πρότυπο εργονομίας. Δεν «μάσαγε» η Ηρώ από κούραση μπροστά στη χαρά  του «γλυκού» της. Ερχότανε και τα παιδιά και τη βοηθούσανε όσο δεν τραβιόντουσαν κι αυτά στα σχολειά και στα φροντιστήρια. Είδε κι εκείνη πέντε δεκάρες στη τσέπη της κι είπε να τους πάρει και κανένα αθλητικό παπούτσι που κοιτούσαν τις βιτρίνες και χοροπηδούσανε. Να πληρώσει το φροντιστήριο της μεγάλης και τα εγγλέζικα του μικρού. Ένα ρούχο καινούργιο δεν αγόρασε για τον εαυτό της, πάρεξ ένα λευκό πουκάμισο που τ’ αγαπούσε, να αντικαταστήσει τη στολή ζωγραφικής που είχε καταντήσει το άλλο.

Καλοκαίρι ήτανε, χαρά θεού κι οι μέρες και οι νύχτες τώρα. Έβγαλε στο πεζοδρόμιο δυο τρείς καρέκλες και δυό όμορφα τραπεζάκια αν τύχαινε κανείς να κάτσει να απολαύσει τα γλυκά της. Να πιεί κι ένα νερό να δροσιστεί στα ποτήρια που έκατσε και διακόσμησε με ζωγραφιστά λουλούδια η μεγάλη της. Και μια νύχτα που πρέπει να ‘τανε κι αυτή του διαόλου, της έστησε ο τρελόγερος μεγάλο καβγά. Πως οι καρέκλες εμποδίζουνε τον κόσμο να μπεί στο μαγαζί του και τα σχετικά. «Τα κομοδινί φρύδια σου τους εμποδίζουνε που φράζουνε την πόρτα!» τον «στόλισε» κι αυτή. «Εδώ βρωμάνε και ζέχνουνε τα τζάμια του μαγαζιού σου κι εσύ ολόκληρος ρε συ και οι καρέκλες μου σε εμποδίζουνε;» συνέχισε απτόητη. Κι όταν τόλμησε να της ζητήσει και το λόγο ότι του μίλησε άσχημα, πήρε φόρα κι αντέγραψε τον παλιό εαυτό της.  «Ρε άντε γαμίσου κι εσύ κι ο Χοσμπάουμ» του πέταξε κατάμουτρα. Αυτός δεν πολυκατάλαβε μάλλον την απειλή για τον Χαουσμπάουμ και τι τον ένοιαζε άλλωστε αυτό. Κατάλαβε όμως την προσβολή της και το μαλλί του εκτινάχθηκε σαν γεροφιγούρα του μάπετ σόου. «Θα σου δείξω εγώ!» την απείλησε μέσα απ’ τα κίτρινα δόντια του κι αυτή του απάντησε έξω απ’ τα δόντια: «θα μου τα κλάσεις καραγκιόζη».

«Τί με πιάνει και πάω και μπινελικιάζομαι μ’ όλους τους μαλάκες;» προβληματίστηκε μετά και πλημμύρισε άγχος που δεν είχε ακόμη βγάλει την άδεια. Κάτι λίγα χρήματα είχε καταφέρει να μαζέψει στην άκρη κι έτσι από την επομένη άφησε τη μεγάλη στο μαγαζί και πήρε σβάρνα τις υπηρεσίες να βγάλει άκρη. Κι όλο μάζευε ένα δικαιολογητικό κι όλο ένα άλλο της έλλειπε. Ώσπου ένα ωραίο απογευματάκι της την «πέσανε» απ’ το υγειονομικό. «Έχουμε κάποιες καταγγελίες» της είπανε. «Τί κάποιες δηλαδή. Βομβαρδισμό καταγγελιών έχει δεκτεί η υπηρεσία μας. Για δώστε μας την άδεια λειτουργίας». «Α τον ρουφιάνο τον κωλόγερο» σκέφτηκε η Ηρώ κι έβαλε το πιο καλό της χαμόγελο να εξηγήσει στην «υπηρεσία» πως ακόμη δεν είχε καταφέρει να βγάλει άκρη με την άδεια. Λυπήθηκαν κι οι υπάλληλοι, τι λυπήθηκαν δηλαδή, σκάσανε οι άνθρωποι απ’ την αδιαφορία τους, μόνο που δεν κλάψανε από ωχαδερφισμό και την «γράψανε» άνευ αδείας, όπως της τόνισαν με την δέουσα δημοσιουπαλληλική σοβαρότητα. «Αν δεν βγάλετε σύντομα άδεια λειτουργίας, το κατάστημα σας θα σφραγιστεί από την Δημοτική Αρχή» της έκλεισαν πονηρά το μάτι.

Δεν έπιασε το υπονοούμενο αυτή και πήρε σβάρνα τις υπηρεσίες να επισπεύσει τις διαδικασίες. Από την Πολεοδομία στην Εφορία κι από το Δήμο στο στην Εφορεία Αρχαιοτήτων και στο Υγειονομικό, ο καθένας ζήταγε για προϋπόθεση το δικαιολογητικό που μια άλλη υπηρεσία έθετε σαν προϋπόθεση. Φαύλος κύκλος και τα μικρά και μεγάλα γρανάζια της γραφειοκρατίας περίμεναν υπομονετικά σα σβηστά καντηλέρια το λίγο λαδάκι του το καθένα.

Και όταν με τα πολλά άρχισε να βρίσκει κάποια άκρη με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο «καλός γείτονας», δασκαλεμένος απ΄ τους κολλητούς του στις υπηρεσίες, έστελνε μια καινούργια καταγγελία και δώς του να της γυρεύουν κι ένα καινούργιο δικαιολογητικό, ώσπου να ψοφήσει η κατσίκα της. Την είδε που τυρρανιότανε μια καλή υπάλληλος και της συνέστησε «Παράτα τα κοριτσάκι μου, δεν θα βγάλεις άκρη, άκου με εμένα, να κοιτάξεις να το κάνεις κάπου αλλού το μαγαζάκι σου».

Σαν να της λέγανε να σφάξει το ένα της παιδί. Τόσο βαρύ της φάνηκε. Κι αυτή η συνετή προτροπή «παράτα τα» την έκανε θηρίο. Δεν ήτανε τόσο ότι δεν υπήρχε ούτε σέντς για να πει ότι θα ξαναφτιάξει απ’ την αρχή ότι έφτιαξε. Ήτανε πιο πολύ το ήθος της ψυχής της που δεν της επέτρεπε να το βάλει στα πόδια. Κοίταζε μια τους ομορφοβαμμένους τοίχους κι ύστερα τα χέρια της που τους χρωματίσανε. Τα έκρυβε βιαστικά μέσα στις τσέπες της σαν να μην ήθελε ούτε να υποψιαστούνε τη σκέψη που κάποιες στιγμές της πέρναγε απ’ το μυαλό. Να τα παρατήσει όλα, να πάνε στο διάολο και ο τρελόγερος κι οι υπηρεσίες. Να ησυχάσει το μυαλό της. Κι ύστερα της γύρναγε το μυαλό ανάποδα με τη σκατοψυχιά των ανθρώπων καθώς έλεγε. «Μα τόσο μίσος, για ποιό λόγο;» αναρωτιότανε κι απάντηση δεν έβρισκε. Μακάρι να’ρθει κάποια μέρα, έβαζε με το νού της, όλους αυτούς τους ανέραστους που δεν χρωστάνε να κάνουνε καλό, να τους κλείνουνε σε τίποτα ιδρύματα να ησυχάζουνε κι’ οι άνθρωποι που μάθανε να αγαπάνε.

Απελπισμένη, άνοιγε κάθε πρωί με το φόβο πως από ώρα σε ώρα θα φανούν οι κλητήρες του Δήμου να της σφραγίσουνε τη ζωή. Κι ο φόβος σαν καυτός αέρας φούντωνε τις ανάγκες της μονογονεϊκής της οικογένειας. Λες κι άνοιγε μπρος στα μάτια της μια γιγάντια οθόνη και τρέχανε οι λογαριασμοί σαν ακυρωμένες πτήσεις στο ταμπλό ενός αεροδρομίου. Καμιά πτήση της δεν την έβγαζε πουθενά. Κι ότι χρειαζούμενο για να γιατροπορεύει τη ζωή της, κάθονταν ανήμπορο και βουβό, με τα μπαγκάζια του παρκαρισμένα κι ανεκπλήρωτα ανάμεσα στα πόδια.

Μα ούτε στιγμή δεν έχασε το χαμόγελο της κι αν τύχαινε κάποιες φορές να πικραθεί το στόμα της, τσίμπαγε ένα σοκολατάκι κι έσπρωχνε κάτω το φαρμάκι και την κακοσύνη των ανθρώπων.

Μια μέρα πήρε μια λευκή κόλα χαρτί, μοστράρισε στη γωνιά επάνω μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της κι έγραψε από κάτω με μαύρο στυλό:

ΑΔΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΥ

Χορηγούμε την παρούσα άδεια λειτουργίας ζαχαροπλαστείου στην

Ηρώ Στρατή

Έγραψε και κάτω δεξιά «ο Δήμαρχος» κι έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή της. Έβαλε το χαρτί σε μια κορνίζα και το κρέμασε.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: