Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ;


Παπαβέργος Ευάγγελος Ανχης (Ο) ε.α.

Παπαβέργος Ευάγγελος
Ανχης (Ο) ε.α.

Μία συγκριτική θεώρηση των οικονομικών κρίσεων του 1897 & 1932 με τη παρούσα κρίση

ΚΑΒΑΛΑ  2014

1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

          Το 2012 γιορτάσαμε τα 100 χρόνια από τη διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων. Όχι αδίκως σ’ όλους τους εορτασμούς κυριάρχησε το ηρωικό στοιχείο , οι μάχες , οι απελευθερώσεις πόλεων κλπ , με μοιραία συνέπεια να λησμονηθεί ένας άλλος άθλος των Βαλκανικών Πολέμων , ο οικονομικός.

          Η χώρα κήρυξε πτώχευση το 1893 και υφίσταται στη συνέχεια μια μεγάλη στρατιωτική ήττα το 1897. Ευλόγως επομένως τίθεται το ερώτημα τι συνέβη μεταξύ των ετών 1898 &1912 ,πως ξέφυγε η Ελλάδα από τη μέγγενη των δύο αυτών τραγικών γεγονότων , ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις να μπορέσει η Ελλάδα να διεξάγει ,και μάλιστα νικηφόρα , τους Βαλκανικούς Πολέμους;

Την 28η Οκτωβρίου (τι σύμπτωση Οκτώβριο άρχισαν και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ) γιορτάζουμε το έπος του ’40.Η μάχη της Πίνδου , το Καλπάκι , η μάχη των οχυρών και τόσα άλλα ένδοξα και ηρωικά γεγονότα επισκιάζουν και αυτά με τη σειρά τους ένα άλλο γεγονός που συνέβη πριν από οκτώ χρόνια.

Το 1932 η Ελλάδα κήρυξε χρεοστάσιο , δηλαδή αδυναμία εξυπηρέτησης και παύση πληρωμών του εξωτερικού της χρέους , και σε οκτώ χρόνια , αναγεννηθείσα εκ της τέφρας της , δημιουργεί το έπος της Αλβανίας.

Έχουμε δηλαδή δύο πτωχεύσεις ,  τις οποίες η Ελλάδα όχι μόνο καταφέρνει να τις ξεπεράσει  αλλά και τις επισφραγίζει με δύο από τα ενδοξότερα γεγονότα της ιστορίας της.

          Ας δούμε όμως τα πράγματα  με τη σειρά.

2.ΠΤΩΧΕΥΣΗ 1893-1897 

          α. Πριν την πτώχευση         

          Κατά τον χρόνο της δημιουργίας της , η Ελλάδα ήταν μια φτωχή, υπερχρεωμένη και καταρρακωμένη αγροτική χώρα , αγωνιζόμενη σκληρά να επουλώσει τα πολλαπλά τραύματα του απελευθερωτικού αγώνα. Κυρίως  από το 1870 και μετά ως αργοπορημένη οικονομικά χώρα και νέο ακόμα κράτος ξεκινά την προσπάθεια να ¨προλάβει το τραίνο¨ του δυτικού οράματος επιτυχίας , που ως τότε έμοιαζε να απομακρύνεται όλο και πιο πολύ ως δυνατότητα.

          Η δεκαετία  του 1870 αποτελεί σταθμό για την ελληνική κοινωνία , ενώ έως το 1897 συντελούνται σημαντικές  αλλαγές. Το κράτος προχωρεί δυναμικά σε μεταρρυθμίσεις και στη δημιουργία υλικών & άϋλων υποδομών που ενισχύουν τον κοινωνικό-οικονομικό εκσυγχρονισμό.

Η αγροτική μεταρρύθμιση του 1871 ενίσχυσε και κατοχύρωσε το θεσμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η μεταρρύθμιση αυτή παράλληλα ενίσχυσε έμμεσα την επιχειρηματικότητα και δημιούργησε αγορά για ένα πολύ σημαντικό συντελεστή της παραγωγής , τη ΓΗ , κάτι που ουσιαστικά έλειπε έως τότε.

          Το 1881 καταργείται η δεκάτη , οθωμανικό κατάλοιπο στην αγροτική φορολογία. Το 1875 θεσπίζεται η αρχή της δεδηλωμένης που συνέβαλε σημαντικά στον εκδημοκρατισμό της χώρας. Στη  συνέχεια υιοθετείται ο γερμανικός Αστικός Κώδικας. 

          To κράτος γίνεται πιο συγκεντρωτικό , ενισχύεται η επικοινωνία της κεντρικής εξουσίας με τις περιφέρειες με δημόσια έργα που αφορούν κυρίως τον τομέα των μεταφορών , κάτι απολύτως αναγκαίο , καθ’ όσον λόγω του έντονου τοπικισμού και της ισχυρής κοινοτικής παράδοσης , που είχε αναπτυχθεί επί τουρκοκρατίας , η χώρα

οικονομικά αποδιαρθρωμένη , αποτελούσε περισσότερο ένα μωσαϊκό κοινοτήτων εν πολλοίς εγκλωβισμένων σε προκαπιταλιστικές  σχέσεις παραγωγής.

Τέλος επιτυγχάνεται η άνοδος της αστικής τάξης και η διεθνοποίηση της οικονομίας. Η κάθοδος σημαινόντων Ελλήνων της διασποράς στην Ελλάδα , που με τον κοσμοπολιτισμό τους λειτούργησαν σαν πρότυπο κουλτούρας και συμπεριφοράς , άλλαξε το επιχειρηματικό σκηνικό , έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη των μεταλλείων , δημιούργησε σημαντικά τραπεζικά ιδρύματα , συνέβαλε στη ίδρυση του χρηματιστηρίου και στην εξοικείωση των ελλαδητών με τις έννοιες της μετοχής και της ανώνυμης εταιρίας.

Το 1879 ξεκινά μια σημαντική εισροή ξένου κεφαλαίου μέρος του οποίου κατευθύνεται στα μεγάλα έργα. Η Ελλάδα αποκτά σιδηροδρομική υποδομή , το 1893 γίνονται τα εγκαίνια της διώρυγας της Κορίνθου , και τέλος γίνονται έργα κοινής ωφελείας στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Έτσι στο συνολικό πλαίσιο προσπάθειας οικοδόμησης της Νέας Ελλάδας διευρύνεται η οικονομία της αγοράς και η διεθνοποίηση. Η σύνθετη διαδικασία της ανόδου του ΑΕΠ και των πολλαπλών μετασχηματισμών και αλλαγών που περιγράφηκαν  , δεν ανατράπηκε από την πτώχευση και τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Η Ελλάδα παρά το διττό πλήγμα του 1893-1897 είχε ήδη μπεί σε τροχιά ανόδου , ως προς βασικά μακρο-οικονομικά  μεγέθη , και ήδη υπήρχαν εκσυγχρονιστικές διεργασίες στην οικονομία και την κοινωνία.

Και στο σημείο αυτό ας μη μας διαφεύγει ότι ορισμένες από τις προαναφερθείσες έννοιες και γεγονότα που σήμερα ακούγονται τετριμμένα  και αυτο-

νόητα, τότε αποτελούσαν πρωτοποριακά άλματα που χρειάζονταν τόλμη και θάρρος προκειμένου να ξεπεραστούν η άγνοια , οι προκαταλήψεις και τα συμφέροντα.

          β. Μετά την πτώχευση.              

          Αφορμή για τη πτώχευση στάθηκε ο αποκλεισμός του κυριότερου εξαγωγικού προϊόντος της χώρας , της σταφίδας , από τη γαλλική αγορά. Τα ουσιαστικά όμως αίτια ήταν η κακοδιαχείριση των δημοσιονομικών , η κακή χρήση των δανείων και οι επαχθείς τους όροι αλλά και η υπερβολική και αλόγιστη άντλησή τους.

          Η Ελλάδα το 1893 κηρύσσει μερική στάση πληρωμών , ευρισκόμενη έτσι de facto αποκλεισμένη από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και μετά την ήττα του 1897 βρέθηκε να οφείλει στην Υψηλή Πύλη πολεμική αποζημίωση 94,3 εκατομ. χρυσών φράγκων τα οποία αδυνατούσε να καταβάλει .Με την παρέμβαση των ‘Προστάτιδων Δυνάμεων’, (σήμερα βλ. ΔΝΤ & ΕΕ) , τον Μάρτιο  του 1898 εξασφάλισε τα απαιτούμενα συνάπτοντας το ονομαζόμενο ‘Ηγγυημένο Δάνειο’ των 150 εκατομ. χρυσών φράγκων , με αντάλλαγμα  την αποδοχή της επιβολής διεθνούς εποπτείας στα

Δημόσια Οικονομικά , την άρση της στάσης πληρωμών και την ισοσκέλιση του Π/Υ.

Η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου μετανομασθείσα σε Διεθνή Οικονομική Επιτροπή το 1899 , (σήμερα βλ. ‘τρόϊκα’) , ήταν αυτόνομη , είχε υπό την εποπτεία της τα έσοδα του κράτους που είχαν δοθεί ως εγγύηση για το Ηγγυημένο Δάνειο (τα κρατικά μονοπώλια ) , τα παλαιά δάνεια  , το δάνειο της ανεξαρτησίας όπως και την απόλυτη κυριαρχία στην νομισματική πολιτική της χώρας.

Η ύπαρξη της ΔΟΕ είχε ως άμεση επίπτωση την διόρθωση του διαρθρωτικού προβλήματος  της Ελλ. Οικονομίας , ήτοι του ελλείμματος του κρατικού Π/Υ , το οποίο οι ελληνικές κυβερνήσεις προσπαθούσαν να καλύψουν με αθρόα έκδοση χαρτονομίσματος. Η ΔΟΕ αφαίρεσε από το κράτος τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της Εθνικής Τράπεζας ως μηχανισμού εκτύπωσης χαρτονομίσματος και μείωσε παράλληλα την κυκλοφορία του, (ενν. του χαρτονομίσματος) , βελτιώνοντας έτσι την

ισοτιμία της δραχμής η οποία και συνδέθηκε έμμεσα με το ‘χρυσό κανόνα’ με τον οποίο ήταν συνδεδεμένα από δεκαετίες τα ισχυρά νομίσματα της Ευρώπης.

Γενικότερα η ΔΟΕ:

-Δημιούργησε τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό κλίμα εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα με αποτέλεσμα την σημαντική αύξηση των επενδύσεων στην χώρα και ενίσχυση της δανειοληπτικής ικανότητος του κράτους (σήμερα βλ. ‘έξοδος στις αγορές’).

-Με την ανατίμηση της δραχμής αυξήθηκαν τα μεταναστευτικά & ναυτιλιακά εμβάσματα όπως  και οι επενδύσεις των Ελλήνων της διασποράς στην ‘πραγματική οικονομία’.

-Τέλος η ΕΤΕ απελευθερωμένη από τον Π/Υ επιδόθηκε σε σημαντικές επενδύσεις και δημιουργία υποδομής στη χώρα (πχ εξηλεκτρισμό).

Όμως η ΔΟΕ από μόνη της δεν μπορούσε να προκαλέσει την αναπτυξιακή έκρηξη που σημειώθηκε μεταξύ 1898 &1911. Υπήρξαν και άλλοι παράγοντες που επηρέασαν θετικά αυτή την τροχιά. Ποιοι ήταν αυτοί;

(1)   Το συναίσθημα της αποτυχίας , η ταπείνωση – είτε στα άτομα , είτε στα έθνη – καμιά φορά εμπνέει στις ψυχές το πάθος για δημιουργία , αναγέννηση και πρόοδο. Κάτι τέτοιο φαίνεται πως λειτούργησε και τότε. Παράλληλα το κυρίαρχο ιδεολόγημα της εποχής η ‘Μεγάλη Ιδέα’ αλλά και η πνευματική τάξη της χώρας έπαιξαν το δικό τους ρόλο. Καθηγητές , ποιητές και λογοτέχνες με το λόγο τους , με τα έργα τους , με το κήρυγμά τους πότισαν τον ελληνικό λαό με την αγάπη προς τη πατρίδα.

(2)    Παρά τα πλήγματα υπήρξε οικονομική ανάπτυξη. Μεγάλη άνοδο γνωρίζει η ναυτιλία ,ιδιαίτερα η ατμοκίνητη , η εξαγωγή καπνού η βιομηχανική επεξεργασία καπνού και χαρτιού , τα χημικά και ο εξηλεκτρισμός.

(3)    Υπήρξε μία εντεινόμενη δυναμική εκσυγχρονισμού στη κοινωνία με κύρια χαρακτηριστικά την ενδυνάμωση συσσωματώσεων αλληλεγγύης και τις κινητοποιήσεις της λαϊκής βάσης , με κορωνίδα το κίνημα στο Γουδί το 1909 , το οποίο υπήρξε σημαντικός σταθμός στην ισχυροποίηση της αστικής τάξης και στη συμμετοχή της στα πολιτικά δρώμενα. Κινητοποιούνται  όχι μόνο οι τεχνίτες αλλά και οι επαγγελματίες. Το 1902 οι έμποροι ιδρύουν τον Εμπορικό Σύλλογο Αθηνών και οι βιομήχανοι τον Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων.

(4)  Η θετική διεθνής συγκυρία. Στην ακμή της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης η Ευρώπη ήταν το βιομηχανικό εργαστήρι και ο τραπεζίτης της παγκόσμιας οικονομίας. Επικρατούσε ειρήνη , τόσο οι κεφαλαιούχοι όσο και οι εργαζόμενοι ευημερούσαν , το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού είχε βελτιωθεί σημαντικά και υπήρχε νομισματική σταθερότητα . Δεν είναι τυχαίο που αυτή ακριβώς η εποχή ονομάστηκε ‘belle epoque’.

         Όσα προαναφέρθηκαν δεν μπορούσαν ένα έκαστο από μόνο του να φέρουν την ευτυχή συγκυρία του 1911. Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων ταυτόχρονα  ήταν εκείνος που έκανε την Ελλάδα μια δυνατή  οικονομία , με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της την παραμονή των Βαλκανικών Πολέμων.

         γ. Σύγκριση

         Ποια ήταν η αιτία της πτώχευσης; Τι άλλο από την κακοδαιμονία του Ελληνικού κράτους από ιδρύσεως του , το δημόσιο χρέος και η αδυναμία εξυπηρέτησής του.

         Ως προς την διόγκωση του χρέους μία από τις αιτίες του  τότε και του τώρα είναι οι πολεμικές δαπάνες. Οι από συστάσεως του Ελληνικού κράτους τεταμένες ή

εμπόλεμες σχέσεις με την Τουρκία, (κακοδαιμονία Νο 2), αλλά και με άλλες Βαλκανικές χώρες κατά περιόδους , είχαν σαν αποτέλεσμα μία διαρκή διάθεση  ενός δυσανάλογου, για τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας, μέρους του ΑΕΠ για στρατιωτικές δαπάνες , η οποία  προκαλούσε δημοσιονομικά ελείματα που καλύπτονταν με εξωτερικό δανεισμό.

Κατά τα λοιπά η χρηματοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης , οι εμπορικές κρίσεις ,οι  οικονομικές υφέσεις και γενικά η καθυστερημένη ένταξη της εθνικής οικονομίας και κοινωνίας στις εξελίξεις της διεθνούς τάξης πραγμάτων συνθέτουν μέχρι σήμερα ένα σκηνικό στο οποίο ο εκάστοτε πολιτικός καλείται να δώσει λύσεις μία από τις οποίες είναι και ο εξωτερικός δανεισμός.

Ειδικά για τον Χαρίλαο Τρικούπη , το όνομα του οποίου σφράγισε την εποχή της πτώχευσης , μπορεί να λεχθεί ότι προφανώς είχε την πρόθεση να εκσυγχρονίσει και να αφυπνίσει τις οικονομικές δυνάμεις του τόπου. Ωστόσο συχνά κατηγορήθηκε ότι υπερεκτίμησε τις αντοχές της χώρας και ότι με στόχο την ταχεία ανάπτυξη ακολούθησε μια πολιτική υπερχρέωσης , που θα απέδιδε όμως αποτελέσματα ανατροφοδότησης μόνο σε βάθος δεκαετιών , γεγονός που τελικά κόστισε τόσο στον ίδιο όσο και στη χώρα.

Όσο για τη σημερινή κρίση , χωρίς να λείπει η οικονομική ανάπτυξη σαν στόχος  , η αλόγιστη διόγκωση του δημόσιου τομέα , τα κομματικά  ωφέλει  ο λαϊκισμός και η κακοδιαχείριση  διεκδικούν τη μερίδα του λέοντος για την προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό.

To σημείο όμως που παρουσιάζει την μεγαλύτερη ομοιότητα και στις δύο κρίσεις είναι ο επιβληθείς διεθνής έλεγχος στα οικονομικά της χώρας υπό τη μορφή της ΔΟΕ τότε και της Τρόϊκας  σήμερα με κυριότερη αποστολή τους την επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Κοινό σημείο και των δύο επιτροπών ο περιορισμός της ρευστότητος.

Η ΔΟΕ αφαίρεσε από το κράτος τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της ΕΤΕ ως μηχανισμού εκτύπωσης χαρτονομίσματος , για τη κάλυψη των ελλειμμάτων του Π/Υ,

και μείωσε την κυκλοφορία χαρτονομίσματος αποσύροντας κάθε χρόνο 2 εκατομ. δρχ.. Με τη περιοριστική αυτή πολιτική δημιουργήθηκαν πιέσεις στην αγορά, (ανεργία , μετανάστευση κλπ ) , εξουδετερώθηκαν όμως από την επιτευχθείσα ανατίμηση της δρχ. , τη σύνδεση με το χρυσό κανόνα , την αύξηση των μεταναστευτικών και ναυτιλιακών εμβασμάτων , την εισρέουσα βοήθεια από τους Εθνικούς Ευεργέτες και γενικά την αύξηση των επενδύσεων στη χώρα.

Στη σημερινή κρίση η έλλειψη ρευστότητας προήλθε από τελείως διαφορετικά αίτια , (κούρεμα χρέους κλπ) , εν τούτοις το αποτέλεσμα  ήταν ίδιο ήτοι ανεργία , μετανάστευση , κλείσιμο καταστημάτων . Η λύση  δεν έχει ακόμη βρεθεί .                              Η ανακεφαλαίωση  των τραπεζών δεν έφερε το προσδοκόμενο από τη ‘διψασμένη αγορά‘ αποτέλεσμα  και το ευρωπαϊκό ομόλογο δεν βιάζεται να γίνει πραγματικότητα.

Το τι κατάφερε η ΔΟΕ αναφέρθηκε στο αντίστοιχο κεφάλαιο . Η διεθνής εποπτεία δεν είναι υποχρεωτικά κακό πράγμα ιδιαίτερα όταν ο λαϊκισμός και η δημαγωγία δεν μας αφήνουν να δούμε που οδηγείται η χώρα.. Από μόνη της όμως δεν είναι  αρκετή. Απαιτείται και η διεθνής θετική συγκυρία και ο εσωτερικός δυναμισμός . ¨Όπως προαναφέρθηκε κανένας παράγοντας δεν είναι από μόνος του αρκετός . Ο ταυτόχρονος συνδυασμός και των τριών παραγόντων ήταν εκείνος που έκανε την Ελλάδα μια δυνατή οικονομία , με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της την παραμονή των Βαλκανικών Πολέμων

Σήμερα από τους τρεις προαναφερθέντες παράγοντες έχουμε μόνο την Τρόϊκα και αναζητούμε  εναγωνίως  την  θετική  διεθνή  συγκυρία και τον εσωτερικό δυναμι-

σμό.

Ζούμε σε μία Ευρώπη που πασχίζει να ξεπεράσει την οικονομική κρίση που δημιούργησε η ‘φούσκα των ακινήτων’ , σ’ ένα Ευρωπαϊκό νότο βυθισμένο στην ύφεση , με τη λαθρομετανάστευση να έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις και είμαστε συνέταιροι με μία Γερμανία που έχει επιβάλλει την κυριαρχία της σ’ όλη την ΕΕ.

Στο χώρο αυτό μπορούμε να βελτιώσουμε τη θέση μας

α.   Επιδεικνύοντας σοβαρότητα , υπευθυνότητα και συνέπεια στις διεθνείς μας

υποχρεώσεις.

β.   Σχηματίζοντας κοινό μέτωπο με τις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου.

γ. Εκμεταλλευόμενοι και προωθώντας σωστά την εκμετάλλευση των υποθαλασσίων υδρογονανθράκων και τη δημιουργία ΑΟΖ

Ως προς τις διαπραγματεύσεις δε με τους δανειστές μας , πριν κρίνουμε κυβερνήσεις και υπουργούς  , καλό είναι να έχουμε κατά νου τον Θουκιδίδη : << τα επιχειρήματα έχουν αξία όταν αυτοί που τα επικαλούνται είναι περίπου ισοδύναμοι αντίθετα ο ισχυρός  επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του >>.

Όσο αφορά τώρα τον εσωτερικό δυναμισμό  η περιρέουσα ατμόσφαιρα δεν τον αφήνει να αναπτυχθεί προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η έντονη συναισθηματική φόρτιση , από τις προσωπικές συνέπειες της κρίσης σ’ ένα έκαστο , εμποδίζει την αντικειμενική κρίση και αξιολόγηση καταστάσεων και προσώπων. Τα πολιτικά κόμματα , αδιαφορώντας για τις συνέπειες , επιδιώκουν να αποκομίσουν ωφέλει από τη φόρτιση αυτή , παρά να προβούν σε ειλικρινή ενημέρωση και συσπείρωση του κόσμου προς τη σωστή κατεύθυνση. Τύπος και TV προσπαθούν  , χάριν  της  ακροαματικότητας , και  του  κομματισμού  να  τραγικοπoι-

ήσουν όσο μπορούν τη κατάσταση , πλήττοντας θανάσιμα το ηθικό της κοινωνίας.

Παρά ταύτα η πλειοψηφεία των Ελλήνων επέδειξε αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση  , αναδεικνύοντας παράλληλα πλούσια αποθέματα αλληλεγγύης προς τον πλησίον , που ο καταναλωτισμός κρατούσε θαμμένα.

         Όσο η χώρα βρίσκεται σε κρίση δύσκολα κανείς αναγνωρίζει το νέο πολιτικό ρεύμα που δημιουργείται και θα αναδείξει τη πολιτική δύναμη που θα βγάλει τη χώρα από τη κρίση. Η  αλλαγή γίνεται όταν η χώρα αρχίζει να βγαίνει από τη κρίση. Τότε και μόνο τότε ο ψηφοφόρος μπορεί να αισθανθεί ελεύθερος και ανεπηρέαστος και να κάνει νέα και σωστή επιλογή. Έτσι και τότε το κίνημα στο Γουδί και η έλευση του Βενιζέλου έγινε το 1909 ,  όταν είχε αρχίσει η ανάκαμψη. Τώρα μαζί με το φως στο τούνελ ας ελπίσουμε να φανεί και μία νέα ηγεσία με νέο ήθος και αρχές για να οδηγήσει το έθνος.

3. ΠΤΩΧΕΥΣΗ 1932 

         α. Πριν τη πτώχευση

         Κατά τη δεκαετία 1920-1930 η Ελλάδα βρέθηκε και πάλι μ’ ένα τεράστιο εξωτερικό χρέος το οποίο τη 31 Μαρτίου 1928 ξεπέρασε τα 38 δις. δρχ.. Σε σταθερές τιμές το δημόσιο χρέος ανά κάτοικο ανήλθε στις 400 δρχ. το 1928 έναντι 290 δρχ .το 1914 παρά την σημαντική αύξηση του πληθυσμού της χώρας την ίδια περίοδο (άφιξη προσφύγων ). Αιτίες ήταν αφ’ ενός η δομή της Ελληνικής οικονομίας η οποία , παρά  την ανάπτυξη της περιόδου 1897-1914 , εξακολουθούσε να εμφανίζει όλα  τα χαρακτηριστικά  της υπανάπτυξης , αφ’ ετέρου η Μικρασιατική Εκστρατεία και η αποκατάσταση των προσφύγων.

         Παρότι η πρωτογενής παραγωγή παρείχε το 70% του εθνικού εισοδήματος η αγροτική παραγωγή κάλυπτε μόλις το ήμιση των αναγκών σε τρόφιμα. Το  1928 η Ελληνική βιομηχανία-βιοτεχνία κάλυπτε το 60% της κατανάλωσης , το υπόλοιπο δε 40 % αποτελούσαν εισαγόμενα προϊόντα. Παρά το προστατευτισμό η εξάρτηση από τις εισαγωγές ήταν μεγάλη όχι μόνο στα κεφαλαιουχικά αγαθά αλλά και στις πρώτες ύλες και στα καταναλωτικά προϊόντα. Επίσης η εξάρτηση της Ελλάδας από το εξωτερικό αφορούσε και τα οπλικά συστήματα , κάτι εξαιρετικά επιβαρυντικό σε μια περίοδο αστάθειας στα Βαλκάνια και όξυνσης του Κεμαλικού εθνικισμού.

Το όλο πρόβλημα αποτυπώνονταν στο ισοζύγιο πληρωμών το οποίο ήταν μονίμως ελλειμματικό.

Για τη κάλυψη του εμπορικού της ελλείμματος η Ελλάδα έπρεπε να πληρώνει από τα δικά της συναλλαγματικά αποθέματα η να προσφεύγει σε εξωτερικό δανεισμό  για την απόκτηση συναλλάγματος με αποτέλεσμα τα δάνεια αυτά να συσσωρεύονται στο εξωτερικό χρέος της χώρας

Για τη χρηματοδότηση της Μικρασιατικής εκστρατείας έγινε επίσης εξωτερικός δανεισμός , μάλιστα με όχι ευνοϊκούς όρους , παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έστειλε στρατό στη Μικρά Ασία με εντολή των ‘μεγάλων δυνάμεων’ , όπως και εκτύπωση ακάλυπτου χρήματος , δηλαδή χρήματος που δεν είχε αντίκρισμα στα αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος  της χώρας  , όπως επέβαλλε ο ‘χρυσός κανόνας’ , το κυρίαρχο νομισματικό σύστημα των αρχών του 20ου αιώνα. Με την έκδοση ακάλυπτου χρήματος η δραχμή έχανε την αξία της απέναντι στο χρυσό και στα ξένα νομίσματα και το συνάλλαγμα γινόταν συνεχώς ακριβότερο. Η Ελλάδα έπρεπε να πληρώνει σε συνάλλαγμα το εξωτερικό της χρέος και ταυτόχρονα να εξυπηρετεί  σε συνάλλαγμα το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών της.

Μετά την επούλωση των πληγών από τον Α’ Παγκ. Πόλεμο η οικονομική ανάκαμψη της  Ευρώπης επέτρεψε την επιστροφή στο ‘χρυσό κανόνα’ πρώτα της Μεγάλης Βρετανίας το 1925 και συνέχεια των υπολοίπων κρατών . Η Ελλάδα , προκειμένου να εξασφαλίσει νομισματική σταθερότητα επανήλθε στο ‘χρυσό κανόνα’ το 1926 οπότε συνδέθηκε και πάλι με την Αγγλική λύρα.

Την περίοδο κατά την οποία η Ελληνική οικονομία βρισκόταν σε φάση νομισματικής και δημοσιονομικής αστάθειας ξέσπασε η διεθνής οικονομική κρίση του 1929-1933. Η κρίση στην Ελλάδα ήταν κατά βάση συναλλαγματική και προήλθε από την επίδραση της παγκόσμιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας. Οι ανάγκες της χώρας σε συνάλλαγμα αυξανόταν την στιγμή που τα συναλλαγματικά της αποθέματα  μειωνόταν. Η εγκατάλειψη του ‘χρυσού κανόνα ‘ από τη Βρετανία το 1931 και η υποτίμηση της λίρας δημιούργησε άμεσο πρόβλημα στη δραχμή. Στις 21/9/1931 αποφασίστηκε η σύνδεση με το δολάριο , απόφαση που είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας. Η ραγδαία εκροή συναλλάγματος οδήγησε στην έκδοση δύο αναγκαστικών νόμων, (28/9 / 31 & 8/10 /31) , οι οποίοι όμως λόγω καθυστερημένης εφαρμογής δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την συναλλαγματική αφαίμαξη.

Τα τέλη του 1931 η Ελλάς αδυνατούσε πλέον να διαθέσει συνάλλαγμα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της. Η μόνη λύση ήταν ο δανεισμός και για το σκοπό αυτό ο Βενιζέλος επισκέφθηκε  διαδοχικά Λονδίνο , Παρίσι και Ρώμη. Οι δυνάμεις ανέθεσαν στη Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών να υποβάλλει έκθεση για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδος ,(σήμερα βλ. χορήγηση δόσεων μετά από έγκριση της Τρόϊκας ). Παρά τη θετική εισήγηση της Δημοσιονομικής Επιτροπής το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών απέρριψε  το αίτημα του δανείου. Η κυβέρνηση εγκατέλειψε το ‘χρυσό κανόνα ‘ και στις 25/4/32 κατατέθηκε στη

Βουλή ο σχετικός νόμος (8422/1932) και την ίδια στιγμή ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την αναστολή εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους.

         β. Μετά την πτώχευση 

         Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα από την κήρυξη παύσης πληρωμών του 1932 υπήρξαν συγκριτικά  ήπιες. Την μετέπειτα περίοδο τα δημόσια οικονομικά παρουσίασαν σημαντική βελτίωση και η οικονομία σημείωσε αξιόλογους ρυθμούς ανάπτυξης.

         Με την εγκατάλειψη του χρυσού κανόνα από την Ελλάδα της δόθηκε η δυνατότητα έκδοσης νέου χρήματος με το οποίο οι τράπεζες αγόραζαν από τους ιδιώτες συνάλλαγμα στη τρέχουσα τιμή. Έτσι οι τράπεζες συγκέντρωσαν ένα μεγάλο μέρος του υπάρχοντος συναλλάγματος ενώ η υποτίμηση του δολαρίου και της Αγγλικής λίρας συντέλεσε στον επαναπατρισμό και τη δραχμοποίηση σημαντικών ποσών συναλλάγματος. Μ’ αυτό τον τρόπο η Ελλάδα επανέκτησε το αναγκαίο συνάλλαγμα για να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος. Η δραχμή δεν υποτιμήθηκε σημαντικά έναντι άλλων νομισμάτων παρά τις περί του αντιθέτου εκτιμήσεις.

Παρόλα αυτά οι επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων υπήρξαν σημαντικές. Αν και η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε έντονο πρόβλημα ανεργίας , ο πληθωρισμός παρέμεινε υψηλός , (περί το 30% καθ’ όλη την διάρκεια της 10ετίας  1930-1940 )και οι μισθοί ιδιαίτερα χαμηλοί. Επισήμως ο μέσος μισθός κάλυπτε μόλις το 45% των αναγκών μιας οικογένειας. Το μεγαλύτερο μέρος των αγροτών και σημαντικό μέρος tου πληθυσμού των πόλεων ζούσε κάτω από το όριο της φτώχιας .Η διαφορά  στα εισοδήματα των αστικών και αγροτικών οικογενειών ήταν της τάξης του 7:1. Παρά την ρύθμιση των αγροτικών χρεών από το Μεταξά ,(υπ’ όψη ανάλογη  ενέργεια και από τον Παπαδόπουλο ) , το γεγονός ότι οι αποδόσεις της γης γνωρίζουν συνεχή αύξηση, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις , εν τούτοις τα επίπεδα των στρεμματικών  αποδόσεων παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά ακόμη και σε σύγκριση με τις γειτονικές Βαλκανικές χώρες. Στα τέλη της δεκαετίας 1930-1940 το κατά κεφαλή εθνικό εισόδημα ανερχόταν μόλις στο 21% του αντίστοιχου της Βρετανίας , στο 27% της Δανίας και στο 33% της Γαλλίας.

Κύριο γνώρισμα της 10ετίας 1930-1940 ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία. Επιβλήθηκαν επί πλέον αυστηρά μέτρα , όπως ο έλεγχος κίνησης κεφαλαίων , περιορισμοί στις εισαγωγές , υποχρεωτική κατάθεση στις τράπεζες των εισπράξεων από τις εξαγωγές. Το κράτος επέβαλλε ακόμη πιο αυστηρό προστατευτισμό στα εγχώρια προϊόντα με στόχο την επίτευξη της μέγιστης δυνατής αυτάρκειας. Το 1928 η εγχώρια βιομηχανία κάλυπτε το 60% των αναγκών της χώρας σε βιομηχανικά προϊόντα ενώ το 1939 έφτασε το 82% ποσοστό εξαιρετικά υψηλό για μία χώρα με το επίπεδο ανάπτυξης της Ελλάδας.

Η λογική της αυτάρκειας ήταν σε σημαντικό βαθμό δικαιολογημένη και λόγω του γεγονότος ότι μετά την χρεοκοπία έπαυσε ουσιαστικά η Ελλάδα να συνάπτει δάνεια από το εξωτερικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή έλλειψη ξένου  συναλλάγματος  το οποίο δεν μπορούσε να καλύψει το εμπορικό έλλειμμα. Έτσι το κράτος επιδοτούσε την εγχώρια παραγωγή και παράλληλα επέβαλλε περιορισμούς στις εισαγωγές.  Η βιομηχανική ανάπτυξη δομήθηκε στη λογική της υποκατάστασης των εισαγωγών μέσω της επιδότησης και της δασμολογικής προστασίας των εγχώριων προϊόντων και όχι στη λογική της ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές (μια λογική εντελώς αντίθετη από τη σημερινή της παγκοσμιοποίησης). Τα πλέον ακριβά και σύγχρονα προϊόντα εισάγονταν ενώ ο καπνός  και η σταφίδα εξακολούθησαν να αποτελούν το 70-80% των ελληνικών εξαγωγών. Παρόλα αυτά ο

κρατικός  παρεμβατισμός και ο έλεγχος των εισαγωγών οδήγησαν τη σχέση των εξαγωγών προς τις εισαγωγές στο 75% το 1939 και συνέβαλαν έτσι στην αισθητή μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Στη κατεύθυνση αυτή συνετέλεσε και η  εκτεταμένη χρήση του θεσμού των εμπορικών συμψηφισμού (κλήρινγκ ),ήτοι ένα σύστημα συναλλαγών όχι σε συνάλλαγμα αλλά σε προϊόντα οπότε η Ελλάδα χωρίς να πληρώνει συνάλλαγμα έπαιρνε βιομηχανικά προϊόντα και έδινε τα δικά της αγροτικά.

         γ. Σύγκριση                        

          Αν και όπως προαναφέρθηκε η κρίση του 1932 ήταν κρίση συναλλαγματικού αποθέματος , ουδεμία σχέση έχουσα κατ’ αρχή με τη παρούσα κρίση , εν τούτοις παρουσιάζει μια ομοιότητα ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης. Όπως τότε αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα με το δίλημμα μέσα στο χρυσό κανόνα ή έξω και κοπή χρήματος , έτσι και τώρα έχει τεθεί το δίλημμα μέσα στην ΕΕ , το € και τη πολιτική λιτότητας ή αποχώρηση και επιστροφή στη δραχμή.

         Σε διεθνές επίπεδο από το χρυσό κανόνα αναχώρησε πρώτη η Αγγλία , το 1932 , και ακολούθησαν οι ΗΠΑ το 1933 προκειμένου με φθηνό χρήμα να επενδύσουν στα μεγάλα αναπτυξιακά προγράμματα, ( Νew Deal κλπ ), με στόχο την έξοδο από τη κρίση. Αντίθετα τα μικρότερα ανεπτυγμένα κράτη που παρέμειναν στο χρυσό κανόνα διέθεταν μεν ισχυρό νόμισμα ,  αλλά το χρήμα ήταν ακριβό και δεν επαρκούσε για την χρηματοδότηση της ανάπτυξης. Η εμμονή στο ισχυρό νόμισμα και στις σταθερές ισοτιμίες οφειλόταν σε σημαντικό βαθμό στον εξωστρεφή χαρακτήρα της οικονομίας τους , δηλαδή στο εξωτερικό εμπόριο. Τα οικονομικά εξωστρεφή κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης , τα οποία εξήγαγαν βιομηχανικά κυρίως προϊόντα , δημιούργησαν τον Ιούλιο του 1933 το ‘Συνασπισμό Χρυσού’ αποτελούμενο από την Γαλλία , Βέλγιο , Ολλανδία , Ελβετία , Λουξεμβούργο , Ιταλία , Πολωνία και Ελευθ. Ζώνη του Ντάντσιχ ,ο οποίος όμως διαλύθηκε το 1936.

Το φαινόμενο επαναλήφθηκε και τώρα . Οι ΗΠΑ  έκοψαν  χρήμα  επαναλαμβά-

νοντας τη συνταγή του 1933 , ενώ οι  Βόρειοι  της  ΕΕ  επιμένουν  στο  σκληρό  € και

στη πολιτική λιτότητας παρά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των Νοτίων.

Σε εθνικό επίπεδο το αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της Ελλάδος μετά τη χρεοκοπία του 1932  ήταν η σταδιακή μετατροπή της σε κλειστή οικονομία αναλογικά βέβαια με τις παραγωγικές της δυνατότητες. Το κράτος ασκούσε ουσιαστικό έλεγχο στην οικονομία  , ενθάρυνε την εγχώρια παραγωγή , επέβαλλε έλεγχο στις εισαγωγές , και έλεγχε απολύτως το πολύτιμο συνάλλαγμα. Η Ελλάδα ,   εφαρμόζοντας ότι και τα  άλλα Ευρωπαϊκά κράτη κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου , επιβίωσε. Δεν πέτυχε τα επίπεδα ανάπτυξης του 12-13 αλλά η ανασυγκρότηση που εξασφάλισε της επέτρεψαν να διεξάγει τον νικηφόρο πόλεμο του 1940. Οι Έλληνες της εποχής εκείνης , παρ’ όλο που το βιοτικό τους επίπεδο ήταν πολύ κατώτερο του σημερινού , παρά τα πλήγματα που έχει υποστεί αυτό , διακατέχονταν από ακμαίο και υψηλό φρόνημα σαφώς ανώτερο του σημερινού.

Σήμερα  η έξοδος της Ελλάδος από το € και η επιστροφή στη δραχμή θα επέφερε μοιραία την μετατροπή της Ελλάδος σε κλειστή οικονομία  , η οποία μέσα σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης και διεθνούς ανταγωνιστικότητας είναι αν όχι αδύνατο τουλάχιστον πολύ δύσκολο να επιβιώσει.

Η έξοδος θα δημιουργήσει τεράστιες ανάγκες συναλλαγματικών αποθεμάτων

α.  Για την εξυπηρέτηση του υφιστάμενου ογκωδέστατου χρέους

β. Για την κάλυψη των εισαγωγών από τις οποίες εξαρτιόμαστε ακόμη και σε βασικά είδη διατροφής.

Το 1932 η δραχμή δεν υποτιμήθηκε σημαντικά έναντι άλλων νομισμάτων , παρά τις παρά του αντιθέτου εκτιμήσεις. Σήμερα η υποτίμηση , στην οποία στηρίζουν την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας  οι θιασώτες της δραχμής , θα μπορέσει να ελεγχθεί; Οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις μάλιστα λόγω της υποτιμητικής κερδοσκοπίας θα καταστίσουν το πρόβλημα ακόμη εντονότερο.

Ταυτόχρονα ο άλλος κίνδυνος που παραμονεύει είναι ο πληθωρισμός. Η κοπή χρήματος , η αύξηση των δαπανών και η υποτίμηση είναι παράγοντες που τροφοδοτούν το τέρας που λέγεται πληθωρισμός . Τη δεκαετία 1930-1940 ο πληθωρισμός κυμάνθηκε στο 30% , τώρα τι θα γίνει; Θα μπορέσει να ελεγχθεί ή θα καταφέρουμε κι εμείς το 300% της Αργεντινής το οποίο θα εξανεμίσει τα εισοδήματα των μισθωτών και θα καταστήσει βασικά αγαθά απλησίαστα , αρχής γενομένης από το πετρέλαιο;

Οι θιασώτες της ‘νέας’ δραχμής προβαίνουν στην εκτίμηση της αναγκαιότητας και της χρηστικότητας του νέου νομίσματος ως λύση όλων των δεινών της οικονομίας μας μέσα όμως από παραδοχές και εξιδανικεύσεις καταστάσεων που προσομοιάζουν με πειράματα σε ιδανικές συνθήκες εργαστηρίου οι οποίες όμως δεν έχουν καμία σχέση μα τη πραγματικότητα. Ο άλλος λόγος είναι οι εμμονές σε πολιτικές ιδεολογίες χάριν των οποίων προτάσσουν εφαρμογές έναντι οιουδήποτε τιμήματος και αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα.

         Μέσα στη διεθνή απομόνωση και τον αποκλεισμό από τη διεθνή χρηματαγορά , που θα φέρει μία πιθανή μονομερής καταγγελία του μνημονίου , (που ευαγγελίζονται με τη πλέον επαίσχυντη δημαγωγία πλείστοι όσοι πολιτικοί ) , σε συνδυασμό με έλλειψη συναλλάγματος , υποτίμηση και πληθωρισμό θα επικρατούσε στην Ελλάδα μία εκρηκτική κατάσταση μπροστά στην οποία η σημερινή , με τα όποια της μεγάλα προβλήματα , θα φάνταζε ιδανική.

4.ΕΠΙΛΟΓΟΣ

         Τελικά επαναλαμβάνεται η ιστορία;

         Είδαμε αναλυτικά τις δύο πτωχεύσεις της Ελλάδος , του 1893 και του 1932 , αλλά και το πώς η Ελλάδα όχι μόνο κατάφερε να βγει από τη λαίλαπα των πτωχεύσεων αλλά και να ανασυγκροτηθεί , να αναπτυχθεί και σαν επίλογο και στις δύο περιπτώσεις να πραγματοποιήσει δύο από τα ενδοξότερα ΈΠΗ της ιστορίας της.

Η σύγκριση των πτωχεύσεων με τη σημερινή κρίση αλλά και μεταξύ τους δεν μπορεί να είναι απόλυτη καθ’ όσον όλες έχουν συγκεκριμένες διαφορές τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Παρουσιάζουν όμως  , όπως είδαμε , πολλά ομοιόμορφα σημεία , είτε  σε επίπεδο γεγονότων είτε σε επίπεδο χειρισμών , από τη σύγκριση των οποίων μπορούμε να καταλάβουμε έννοιες , να δικαιολογήσουμε επιλογές και τέλος να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.

Και στις δύο περιπτώσεις τις τύχες της χώρας τις διαχειρίζονταν δύο μεγάλοι άνδρες , ο Βενιζέλος και ο Μεταξάς  , δύο αληθινοί ηγήτορες , γόνοι της μεγάλης γενιάς του 12-13 , που παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές , είχαν όραμα , πίστη στη στην Ελλάδα και στάθηκαν  αντάξιοι των περιστάσεων.

Το γεγονός όμως πως και οι δύο πτωχεύσεις συνδέθηκαν με δύο καταστροφικές στρατιωτικές ήττες , του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και της Μικρασιατικής καταστροφής , τις καθιστά και τις δύο πολύ πιο δύσκολες και οδυνηρές από τη σημερινή οικονομική κρίση , η οποία είναι μία κρίση υπερδανεισμού , ωφειλόμενη εν πολλοίς στον ευδαιμονισμό και δεν έχει καμία σχέση με πόλεμο.

Το ότι οι πρόγονοί μας τις ξεπέρασαν , έχοντας βιώσει τραγικότατα γεγονότα , αλλά και έχοντας επιδείξει απίστευτη γενναιότητα και εθνική αξιοπρέπεια θα πρέπει

να μας προβληματίσει όλους για τη σημερινή μας στάση και συμπεριφορά αλλά και να αποτελέσει πηγή άντλησης θάρρους και αισιοδοξίας.

Χωρίς πίστη στην Ελλάδα δεν πάμε πουθενά . Χωρίς κοινωνική συνοχή , ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών και σεβασμό στις αξίες της αστικής τάξης , με τη καλή έννοια , δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ευημερία των πολιτών και του έθνους.

Οι χώρες που πετυχαίνουν είναι εκείνες που μαθαίνουν από την ιστορική εμπειρία και που δεν παραδίδουν την εξουσία , το κράτος , σε ομάδες συμφερόντων , των οποίων τα ιδιαίτερα συμφέροντα δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου και δεν συμπίπτουν μ’ αυτά.

Οι ιστορικός χρόνος δεν είναι ταυτόσημος με τον βιολογικό. Υπάρχουν εποχές όπου συμπυκνώνεται η πρόοδος και ανατρέπεται η στασιμότητα και η φθορά .

ΤΑ  ΚΡΑΤΗ  ΜΠΟΡΟΥΝ  ΝΑ ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘΟΥΝ οι άνθρωποι όχι !

 

Παπαβέργος Ευάγγελος

Ανχης (Ο) ε.α.

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: