Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ.), με βιβλιογραφία – links


Επιμέλεια: Δρ Δημήτρης Περδετζόγλου



Η
 ναυμαχία της Σαλαμίνας κατά πολλούς πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ, μεταξύ των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε σημαντική σύγκρουση της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, η οποία άρχισε το 480 π.Χ.

Μετά την κατάληψη του στενού των Θερμοπυλών απ’ τους Πέρσες και την λήξη της Ναυμαχίας του Αρτεμισίου, ο Ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε προς τις ακτές της Αττικής και έτσι άνοιξε ο δρόμος για την κατάκτηση ολόκληρης της Κεντρικής Ελλάδας από τον στρατό του Ξέρξη.

Τότε ο Θεμιστοκλής πείθει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πόλη με την προστασία του αθηναϊκού ναυτικού το οποίο αγκυροβόλησε στη Σαλαμίνα για να προστατεύσει αυτήν την επιχείρηση. Για να τους πείσει μάλιστα, επιστράτευσε θεϊκά σημάδια και μαντείες, την ερμηνεία των οποίων προσάρμοζε στη στρατηγική του.

Όμως 500 περίπου Αθηναίοι παρέμειναν πάνω στην Ακρόπολη και προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τις εχθρικές επιθέσεις, αλλά έπεσαν μέχρις ενός. Επειδή στο μεταξύ ο κύριος όγκος του περσικού στρατού είχε φτάσει μέχρι την Ακρόπολη, το ιερό λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε. Ο Ξέρξης με την κατάκτηση της Αθήνας και την πυρπόληση των ιερών και της Ακρόπολης, θεώρησε πως είχε πάρει εκδίκηση για την ήττα του πατέρα του στον Μαραθώνα.

Οι αρχηγοί του Ελληνικού στόλου συσκέφθηκαν για να αποφασίσουν τον καταλληλότερο τόπο να ναυμαχήσουν.

Ο Θεμιστοκλής πρότεινε τα στενά της Σαλαμίνας, διότι ο Ελληνικός στόλος, μικρότερος από τον Περσικό, μπορούσε να ελιχθεί καλύτερα και δεν κινδύνευε να κυκλωθεί από τα εχθρικά πλοία.

Η πλειοψηφία όμως των στρατηγών πρότεινε να διεξαχθεί η ναυμαχία στον Ισθμό, για να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο και σε έσχατη περίπτωση, αν επικρατούσαν οι Πέρσες, να έχουν τη δυνατότητα να διαφύγουν.

Σε νέα σύσκεψη ο Θεμιστοκλής
 απείλησε ότι αν δεν ναυμαχούσαν στη Σαλαμίνα, ο Αθηναϊκός στόλος θα αποσυρόταν και οι αθηναίοι θα μετανάστευαν στη Σίρι της Κάτω Ιταλίας. Ο Ευρυβιάδης πείστηκε και άρχισαν οι ετοιμασίες, την επόμενη μέρα όμως – και παραμονή της ναυμαχίας- οι γνώμες των στρατηγών διχάστηκαν :

Οι Αθηναίοι, Αιγινήτες και Μεγαρείς επέμεναν να ναυμαχήσουν στα στενά ενώ οι πελοποννήσιοι προτιμούσαν τον Ισθμό. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή φοβήθηκε μήπως επικρατήσει η δεύτερη γνώμη, έστειλε κρυφά στον Ξέρξη τον παιδαγωγό των παιδιών του Σίκκινο, με το μήνυμα ότι ο ελληνικός στόλος ετοίμαζαν να διαφύγει, και πως αν ήθελε την νίκη έπρεπε να επιτεθεί αμέσως. 

Ο Περσικός στόλος κινητοποιήθηκε αμέσως προκειμένου να πετύχει αιφνιδιασμό. Το μεγαλύτερο μέρος του περσικού στόλου είχε συγκεντρωθεί μεταξύ Ψυτάλλειας και Σαλαμίνος, ενώ τα υπόλοιπα πλοία είχαν κλείσει όλα τα πιθανά περάσματα.

Οι έλληνες όμως πληροφορήθηκαν τις κινήσεις του Περσικού στόλου μέσα στην νύχτα από τον Αριστείδη που με κόπο κατόρθωσε να περάσει ανάμεσα από τα εχθρικά πλοία, και από τον Τήνο Παναίτιο Σωσμένους που αυτομόλησε τους Πέρσες. Ενώ λοιπόν οι Πέρσες προσδοκούσαν να αιφνιδιάσουν τους έλληνες και να τους τρέψουν σε φυγή, μάταια τους περίμεναν όλοι την νύχτα.

Η σύγκρουση έλαβε χώρα ακτές της Σαλαμίνος, όπου ο χώρος ήταν τόσο στενός , ώστε στο πρώτο μέτωπο τα περσικά πλοία που ήταν δυνατόν να παραταχθούν ήταν ισάριθμα με τα ελληνικά. Αυτά είχαν παραταχθεί ως εξής:



 


Το αριστερό άκρο καταλάμβαναν οι αθηναϊκές τριήρεις υπό τον Θεμιστοκλή απέναντι από του Φοίνικες, το δεξιό άκρο οι 16 σπαρτιατικές τριήρεις με τον Ευρυβιάδη απέναντι από τους Ίωνες. Δίπλα τους οι τριήρεις των Αιγινητών και στο ενδιάμεσο τα πλοία των άλλων ελληνικών πόλεων.



 
 

Πρώτος επιτέθηκε ο Αθηναίος Αμεινίας ο Παλληνεύς.

Αμέσως τον ακολούθησαν και τα υπόλοιπα πλοία και η ναυμαχία γενικεύτηκε. Και οι δύο αντίπαλοι αρχικά πολεμούσαν με την ίδια γενναιότητα, γρήγορα όμως φάνηκε η υπεροχή του ελληνικού στόλου και της τακτικής του.

Μέχρι το σούρουπο ο Περσικός στόλος είχε κατατροπωθεί και αναζήτησε καταφύγιο στο Φάληρο. Οι απώλειες του ήταν 200-300 πλοία, ενώ οι Έλληνες είχαν χάσει 40. Η αναλογία σε άνδρες ήταν πολύ μεγαλύτερη για τους Πέρσες, γιατί πολλοί δεν ήξεραν να κολυμπούν.

Επιπλέον, εξοντώθηκε η περσική φρουρά της Ψυτάλλειας που την αποτελούσαν κυρίως επιφανείς Πέρσες και εκλεκτοί πολεμιστές. Η νίκη αυτή των Ελλήνων, αποτέλεσμα όχι μόνο της στρατηγικής σκέψης και της ναυτικής δεινότητας τους, αλλά της ομοψυχίας και της γενναιότητας τους, σήμαινε την αρχή του τέλους για τα επεκτατικά σχέδια των Περσών.

Στη Σαλαμίνα ιδρύθηκαν τάφοι με επιγράμματα για τους νεκρούς Σαλαμινομάχους κάθε πόλης. Στους Δελφούς στάλθηκαν πλούσια αφιερώματα και στους γενναιότερους δόθηκαν βραβεία. Η νίκη αυτή και η σημασία της υμνήθηκε από ποιητές, ρήτορες, και Ιστορικούς με σημαντικότερο έργο την τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσαι» την πρώτη με ιστορικό θέμα.

Σύμφωνα με τον Αισχύλο, ο οποίος συμμετείχε στη ναυμαχία, ο ελληνικός στόλος είχε 310 τριήρεις. Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι οι Πέρσες είχαν χίλια πλοία και περισσότερα.

Ο Ξέρξης επέστρεψε στην Ασία με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και, τον επόμενο χρόνο, τα απομεινάρια του περσικού στρατού ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη των Πλαταιών και στη μάχη της Μυκάλης.

Μετά από αυτές τις μάχες, οι Πέρσες δεν ξαναπροσπάθησαν να καταλάβουν την ηπειρωτική Ελλάδα. Οι μάχες στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές σηματοδότησαν την αρχή της νέας φάσης των Ελληνο-Περσικών Πολέμων – οι ελληνικές πόλεις άρχισαν την αντεπίθεση.

Η σημασία της ναυμαχίας της Σαλαμίνας,
 υπήρξε μέγιστη διότι προκάλεσε την κατάρρευση του ηθικού της Περσικής ηγεσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκαταλείψει ουσιαστικά τον αγώνα, αν και διέθετε ακόμα υπερτριπλάσιο σχεδόν στόλο από το Ελληνικό.

Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν
 ότι σε περίπτωση περσικής νίκης θα σταματούσε η ανάπτυξη της Αρχαίας Ελλάδας, καθώς και του δυτικού πολιτισμού, και οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι η Σαλαμίνα ήταν μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία.

πηγή (προσαρμογή)
 
 
 
 
 
 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΕΔΩ:
.
paishellas (η.τ)
Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ.), με βιβλιογραφία – links”

  1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΑΚΟΣ Says:

    Στενά Σαλαμίνας
    28 ή 29 Σεπτεμβρίου 480 π.Χ.
    ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ ΙΕΡΑ ΝΑΥΜΑΧΙΑ

    Ω, αοίδιμη ναυμαχία!
    Μνήμη αιωνία ουσίας ανόθευτης,
    ευδώρων στενών Σαλαμίνας.
    Ξεκίνημα της ιστορίας της ναυτικής, πασιφαές.
    Στου κόσμου τα πλάτη ο πρώτος ακήρατος χρόνος.
    Του κόσμου η μέγιστη νίκη·
    η πιο τρανή, του φωτός του ελεύθερου·
    στα ξύλινα τείχη…
    Κι απ’ της ελιάς κλωνάρι, της ιερής,
    τρυφερός βλαστός στης νίκης το δρόμο,
    να φέγγει τον οιωνό τον άσβεστο,
    στου Κυχρέα τα στενά ειμαρμένη·
    της ανδρείας, του φωτός ειμαρμένη·
    της ανδρείας, του κοινού των Ελλήνων.

    Των Ελλήνων, ω, δαιμόνιε νου, που τη νίκη με τέχνασμα,
    εκάλεσες, στων στενών τα νερά,
    του Θεμιστοκλή που κρυφίως το μήνυμα έστειλε, το απατηλό,
    με τον Σίκινο, ίσα, στον Ξέρξη:
    Σαν του ήλιου το φως θα πάψει τα νερά να φλογίζει,
    και το σκοτάδι ξεχυθεί πλημμύρα στον ουρανό,
    οι Έλληνες θα τρέξουν φευγιό μεγάλο και κρυφό,
    απ’ τα στενά, πριν έρθουν οι Πέρσες, αλαφιασμένοι να έβγουν·
    να γλυτώσουν απ’ του Ξέρξη το χέρι το δοξασμένο.
    Κι ως επείσθη σ’ αυτό ο βασιλιάς, ο μέγιστος της γης,
    τα καράβια με τρεις, τις γραμμές τους,
    απ’ το Φάληρο να σαλπάρουνε διέταξε·
    στα στενά να προλάβουν να έμπουν
    κι αιφνιδίως στων Ελλήνων να επιπέσουν το στόλο.

    Μα σαν στο άρμα του ανήλθε ο ήλιος,
    και ξύπνησε φωτόλουστη η μέρα στα γαλανά νερά,
    του Μαραθώνα η μνήμη και των Θερμοπυλών,
    ζωντανή στις καρδιές και στο νου των Ελλήνων
    που με θάρρος τον εχθρό επροσμέναν,
    εις στα στόματα όλων, με ψυχή, υψηχώντας, αντήχησε:
    «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδ’,
    ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
    θεών τε πατρώων έδη,
    θήκας τε προγόνων·
    νυν υπέρ πάντων αγών».
    Και ευθύς, οι εμβολισμοί ξεκινήσαν,
    φωτοπλημμύριστοι, πρώτα των Αθηναίων
    επί του σκότους του μαύρου του Φοινικικού·
    κι ακολούθησαν κι όλοι οι άλλοι:
    Αιγινήτες, Κορίνθιοι, Μεγαρείς·
    Λακεδαιμόνιοι, Σικυώνιοι, Επιδαύριοι·
    Αβρακιώτες, Ερετριείς, Τροιζήνιοι·
    και Νάξιοι, Ερμίονες, Λευκάδιοι·
    Κείοι, Στυρείς, Κυθνίοι·
    κι απ’ τη Μεγάλη Ελλάδα, μαζί κι οι Κροτωνιάτες!

    Έλλην Λόγος, απ’ τη μια·
    χλιδή Περσική, απ’ την άλλη, βαρβαρότητα και τυραννία.
    Και δεν τους έσκιαζαν οι παφλασμοί του τρόμου,
    απ’ το άπειρο πλήθος των σκαφών του εχθρού!
    Οι παφλασμοί του τρόμου που το αίμα παγώνει!
    Δεν τους έσκιαζαν, γιατί ήσαν γενναίοι!
    Έσπαζαν, οι παφλασμοί του τρόμου,
    στα βροντερά και γενναία τους στήθη με ιαχή – «Ίτε παίδες»!
    Τον παιάνα της αρετής που πηγή κι ηλιαχτίδα,
    σε τούτη τη γη, ξεπηδά κι αναβλύζει αιώνια!
    Με ψυχή λιονταρίσια, και ορμή αετού,
    για το μέλλον του γένους κρατήσαν, φωτεινούς ουρανούς.
    Μ’ ανυπέρβλητο θάρρος και τόλμη,
    ως το γλαυκοπόρφυρο δείλι να ’ρθει,
    τα κουπιά τους, χτυπούσαν ελαύνοντας,
    και, με χάλκινα ακρόπρωρα, τα εχθρικά τα σκαριά εμβολίζαν
    κι ακροστόλια σπάζοντας, και του εχθρού τα κουπιά,
    και συντρίβοντας κι όλα του τ’ άρμενα.
    Και το γέρας το λαμπρό, το δορίκτητο, ως τους άξιζε δρέψαν,
    κι ήπιαν, ω, το κροντήρι της νίκης!
    Μαραθώνα, τη δόξα σου ορθή κι υψιμέδουσα,
    Θερμοπύλες, το δικό σας καλλίανθο κλέος,
    δικαιώσαν, λαμπρύναν και στέργιωσαν!
    Ναι, με τρόπο που δεν επιτρέπει σε κανέναν σε τούτη τη γη,
    στο εξής να υστερεί, και πιο κάτω να στέκει,
    απ’ το ένδοξο φως που στη χώρα του Αίαντα φέγγει!

    Τώρα ξέρουμε…
    Δεν πολεμάν θνητοί σε Σαλαμίνες·
    ούτε απλοί στρατιώτες το δόρυ τους μπορούν να εξακοντίσουν!
    Μόν’ ποιητές, φιλόσοφοι και μαχητές φωτός·
    και σκαπανείς του πνεύματος, Ημίθεοι και ήρωες·
    γυμνασμένα κορμιά, με επιδέξια χέρια
    και μια φλόγα να καίει την καρδιά: η αντρεία!
    Κι αν, να μάθεις ζητάς, ταξιδιώτη στο σκαρί «ιστορία»,
    Σαλαμίνα, ιδού, τι σημαίνει!
    Πράξη Θεία, που λέγεται Ποίηση,
    Σαλαμίνα, ω, πνεύμα, σημαίνει,
    κι ενατένιση, διαρκής αναζήτηση:
    του αιώνιου, του φωτός, του απόλυτου·
    της αλήθειας αστέρι, σ’ ουρανό και στη γη.
    Να ποιήσεις το φως το απόλυτο, στη ζωή και με πράξεις,
    Σαλαμίνα, επιπλέον, σημαίνει!

    Μα, οι ροές της ιστορίας μελωδούν,
    Μαραθώνων, Σαλαμίνων, Πλαταιών,
    την ύψιστη νίκη, ως πνεύματος άθλο,
    μόνο, αν, Θερμοπύλες, φωτισμένη τολμά η ψυχή!
    Και να! Οι καπνοί της Αθήνας που όλη φλεγόταν,
    τις ψυχές καταπίναν, τις ψυχές των Ελλήνων
    που απλοί θεατές, απ’ τα μέρη του Αίαντα,
    των Περσών τις δηώσεις στου Θησέα τη χώρα,
    και τις βέβηλες πράξεις στα ιερά της Ακρόπολης,
    με το φόβο πελώριο, ανθρώπινο φόβο,
    στις ψυχές να πλανάται, μοναχά εκοιτούσαν,
    κι αναμέναν να ’ρθει κι η δικιά τους σειρά.
    Γιατί, ποιός, θα τό ’χε υπογράψει, και εγγύηση,
    ποιός, θα μπορούσε να δώσει,
    πως ο Ξέρξης εκεί θα ηττηθεί;
    Κανείς, παρά μόνο, της ψυχής το μελάνι!
    Γι’ αυτό, κι οι Σαλαμίνες, Θερμοπύλες διπλές κι αν είναι!
    Για της ψυχής το θάρρος, το απροσμέτρητο, σαν τολμά Θερμοπύλες·
    και για της νίκης της γοργοφτέρουγης το καλόηχο εύδοξο άκουσμα,
    που αυτάγγελτη, γίνετ’ αυτάγγελμα,
    σαν κεραυνοί αρετής κυβερνούν της καρδιάς την πυξίδα!

    Και να, που πνεύμα φωτός τούτη η νίκη κάρπισε·
    όχι, στου Αχιλλέα, μόνο, τη χώρα,
    μα κι ακόμα πιο πέρα κι ακόμα πιο πάνω·
    στην Ευρώπη που ανέμενε το φως να δεχτεί·
    μα θα τό ’χανε, φευ, των Ελλήνων το ελεύθερο εκείνο το φως,
    αν εκείνη η μάχη χανόταν.
    Και πώς θα ερχόταν γλυκύς ο καιρός,
    το φως το υπέρλαμπρο να θρέψει το φέγγος του,
    πατέρας του πνεύματος, μαζί και μητέρα,
    σ’ αυτόν τον πλανήτη, σε όλη τη γη!
    Των απόγονων, όμως, του Ιάσονα
    και των κουρσευτών της Τροίας, η νέα νίκη,
    ν’ ανθίσει, επέτρεψε, σε ετούτο το πνεύμα φωτός,
    στων αιώνων το γήινο πλάτεμα.

    Κι από τότε, αιώνια ο χρόνος φλοισβίζει,
    πως διπλό, είν’ το χρέος!
    Διπλό του κόσμου ετούτου του Ελληνικού,
    χρυσόδιπλο και του κόσμου ολάκερου.
    Γιατί, εδώ ’ταν που το πνεύμα ανέτρεψε
    και για πάντα εκρήμνισε, την πορεία του σκότους.
    Κι έγινε στίχος, μαζί και τραγούδι, ο παλιός προαιώνιος όρκος – χρησμός:
    «…την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω,
    πλείω δε και αρείω όσης αν παραδέξωμαι…»

    Μα, ω, ουράνια Θεία δίκη που το μόχθο της ύψιστης αρετής
    επιβραβεύεις, με καταξίωση και με τιμής αιώνιο κότινο, ναι!
    Γιατί δεν αστράφτεις, υψιβρεμέτες, τους κεραυνούς σου,
    οδηγός να γίνεις του σήμερα, ναι!
    Που λησμονεί το λαμπρό παρελθόν του,
    κι αμνημόνως περί άλλων τυρβάζει!
    Δεν φωτίζεις, γιατί, ξανά με το φως,
    αυτό, το ανέσπερο, του Έλληνα φως,
    αυτό που δε σβήνει, μα, κάπου κοιμάται,
    το φως της ευθύνης, το φως της τιμής
    που ανέτειλε εδώ, μα εδώ είναι; ποιος ξέρει,
    ψηλά να φωτίζει και νου και καρδιές;

    Ω, άκορη Θέμις, πριν δίκην δικάσεις,
    για δες κατά κει που φτερόκοπο στέκει
    πολυμόχθως κι αείποτε, των Σαλαμινομάχων,
    τιμής κι αρετής και ήθους το σθένος.
    Δείξ’ την ευγνωμοσύνη σου, μαζί μου κι εσύ,
    για χάρη και μόνο, και μόν’ προς τιμήν του,
    σ’ αυτό, το υπέρτατο, τ’ απόλυτο φως,
    που η τιμή κι η αρετή και το ήθος ορίζουν!

    Κι εσείς, ω, Σαλαμινομάχοι, ω, Ημίθεοι!
    Και συ, επικράτεια του Κυχρέα,
    στολίδι του Σαρωνικού κι αγλάισμα των αιώνων,
    ω, Σαλαμίνα!
    Που σας πρέπει μνημείο παγκόσμιο, εδώ να στηθεί,
    στον Πανίερο Δήμο του κόσμου!
    Μνημείο μνήμης και τιμής, στους νεκρούς –
    Υπόσχεση τόλμης κι αρετής, σ’ αυτούς που θα έρθουν·
    λευτεριάς παρακαταθήκη ιερή,
    να φωτίζει απ’ την Κυνόσουρα τους αιώνες!

    Ω, Σαλαμινομάχοι! Ω, Σαλαμίνα! Αγαλλιάστε!
    Κοντά είναι η ώρα, που ο παλμός της περήφανης νίκης,
    θα σαλπίσει ξανά, μες στο σκότος ελπίδα,
    να σταλάξει το φως μέσα εκεί στις ψυχές,
    κι ο δαυλός σας, να δείξει το δρόμο.
    Και πυρφόρες σαν θά ’ναι και πάλι οι καρδιές,
    ν’ αναστήσουν τη μνήμη του χρέους·
    νά ’ν’ ολόρτη, στο χρόνο, εδώ:
    Μέγα Τέμενος, λαμπρό των Ελλήνων
    και για σένα, ω, ανθρωπότη!
    Τώρα, δέστε!
    Να εδώ
    που η Αιγαιοπελαγίτισσα Μάνα σαλπίζει τον όρθρο των καιρών!
    Για σένα Ελλάδα, για σε Οικουμένη!
    Σηκώστε τ’ άρμπουρα, σηκώστε τα!
    Σηκώστε τ’ άρμπουρα και τις καρδιές!
    Άιντε παιδιά, να σηκώσουμε την Ελλάδα!
    Η σάλπιγγα σήμανε.
    Για νέες Σαλαμίνες!
    Ίτε, ω, του Πνεύματος Πόθοι!
    Ίτε, ω, παίδες Ελλήνων!!

    Ιωάννης Παναγάκος

    Έπαινος Διεθνούς Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Δήμου Σαλαμίνας, σε συνεργασία με τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό Σαλαμίνας «Το Καφενείο των Ιδεών» 2011.


Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: