Στο κοτέτσι της κυρα-Δέσπως


 

(Αφιερωμένο σε όλες και όλους τους συγγραφείς, απόδημους και γηγενείς, στις φίλες εφημερίδες και ιστοσελίδες, στα ΟΜΜΕ και στους απανταχού φίλους δημοσιογράφους, που φωτίζουν τα πράγματα, που η γρίπη των πτηνών έχει σκεπάσει. ΒΦ).

 

(Για τους φίλους στην ΕΡΑ 5 Φωνή της Ελλάδας αφιερώνεται ιδιαιτέρως) 

 

Κάπου σ’ ένα χωριό της Θεσσαλίας, μεγάλη αναστάτωση έχει περιέλθει και στο νοικοκυριό της κυρα-Δέσπως με τη γρίπη των πτηνών. Διαβάζει εφημερίδες, ακούει τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, δεν την έχει ο τόπος για τα πουλερικά της, καμιά διακοσαριά γαλιά και άλλες τόσες κότες. Καθώς έπεσε αυτή η αναθεματισμένη «πανούκλα», όπως την έλεγε, άκουγε πως έπρεπε να περιφράξει και να απολυμάνει το κοτέτσι της, τα πουλιά της και να εμβολιαστούν και οι ίδιοι. Προς εξακρίβωση της κατάστασης, η κυρα-Δέσπω, δυο φορές που κατέβηκε στο παζάρι να πουλήσει καμιά κότα δεν έδωσε ούτε μια. Ούτε αβγό δεν αγοράσανε οι καχύποπτοι καταναλωτές.

-Τι τηράς έτσι κυρά μ’ τσι κότες, είπε σε μια περίεργη κυρία που την πλησίασε κοιτάζοντας τις κότες της κι όλο σούφρωνε τα μούτρα της. Δεν έχεις ματαδεί κότα στα μάτια σ’ .

-Χμ!, απάντησε η καχύποπτη κυρία, μωρέ κότες είδα, αλλά με αρρώστια δεν είδα.

-Τον κακό σ’ τον καιρό που θα μου πεις εμένα γι’ αρρώστια. Αϊ κυρά, μ’ παράτα μι και πάνε στη δουλειάς.

-Να, έλεγα να πάρω δυο, τρεις αλλά…

-Αλλά τι κυρά μ’. Άρρωστες κότες θα φας; της απάντησε με θυμό, ειρωνεία και σαρκασμό.

-Να, λέω να πάρω πέντε και θα σου δώσω πέντε ευρώ, έτσι συμβολικά. Έτσι ή αλλιώς άρρωστες είναι, θα σε ψοφήσουν…

Κόντεψε να γίνει χαλασμός. Της κυρα-Δέσπως γυάλισε το μάτι της και πλησιάζοντας την κυρία πολύ κοντά της λέει έξαλλη:

-Αχ! κι να βάλ’ ο Θεός του χέρι τ’  και να τσι φάει ούλες η ψόφος. Να δω τότις εσείς οι κυράδες τι θα κάνετε απ’ σας φύτρωσαν στα λογικά σας τη φουβέρα οι πολιτικάντηδες και τα ράδια. Άι στον κόρακα από δω χριστιανή μ’. Φέγα και με ταράχεψες.

Πες η μία, πες η άλλη κόντεψαν να έρθουν στα χέρια αν δεν έρχονταν μερικοί χωριάτες μικροπωλητές να μπουν στη μέση και να τις χωρίσουν. Λίγες μέρες μετά έφτασε στο χωριό της κυρα-Δέσπως κι ένας δημοσιογράφος. Εκείνη τη στιγμή μέσα στη μεγάλη της και περιστοιχισμένη από θάμνους γύρω, γύρω αυλή, ότι είχε ανοίξει τα δυο κοτέτσια να ταΐσει τις κότες και τα γαλιά της.

-Πουλ! πουλ! ελάτε κοτούλες, ελάτε ασπρούλες, ελάτε αραπίνες κι ομορφούλες, έλεγε η κυρα-Δέσπω σαν να τραγουδούσε και πλημμύρισε η αυλή από κότες, γαλοπούλες και κακαρίσματα. Εκεί και τα δυο γαϊδούρια της, τα δυο μαντρόσκυλα, να σαν γομάρια τρανά άρχισαν να γαβγίζουν και να γκαρίζουν. Πανδαιμόνιο στην αυλή της κυρα-Δέσπως.

Εκείνη τη στιγμή να και ο δημοσιογράφος έξω απ’ το φράχτη, στάθηκε και κοιτούσε τη χλαλοή που γίνονταν. Φουρκισμένη απ’ την κατάσταση η κυρα-Δέσπω, μόλις τον είδε, αν και συντοπίτης της και γνωρίζονταν, δεν άργησε να του επιτεθεί. Τον έβλεπε που και πού κοντά με κείνον του υπουργό εμπορίου, που η κυρα-Δέσπω τον έλεγε «πόμπιρα» και «καραγκούναρο».

-Αι χριστιανέ μ’. Δε βρήκες πουθενά αλλού να παέν’ς; Εδώ έκλεισε το μαγαζί. Δε πουλάμε ούτε κοτσιλιά ούτε φτερό. Και πού να δεις του Μήτρου μ’ . Του γυαλίζ’ το μάτ’ απ’ τη φούρκα. Πάενε στη δουλειά σ’ μην απολύκω τα σκλιά και σε φάν’.

-Καλημέρα κυρα-Μήτραινα, τι χαμπάρια, της λέει χαμογελαστά ο δημοσιογράφος. Δεν ήρθα για αγορά αλλά να, βρέθηκα εδώ κοντά και είπα να περάσω να πω μια καλημέρα. Βέβαια αν μου δώσεις και καμιά κοτούλα δε θα το αρνηθώ.

-Α, από ταύτο. Δηλαδή κυρ-Παντέλο πάλι με τον καραγκούναρο ήσαν; Και δε μ’ λες του λόους, δε σκιάζεσαι απ’ τσι κότες;

-Χε χε! τι λες τώρα κυρα-Μήτραινα, αστειεύεσαι. Μακάρι οι κοτούλες σου να έφταναν σε όλο τον κόσμο.

-Ποιον ούλου τον κόσμο, γιε μ’; Χάζεψες ή ’νειρεύεσαι; Στου παζάρ’ δυο βουλές που πήγα τηρούσαν σιαπέρα, οι αφουρισμέν’. Αλλά θα μου πεις, τι φταίει κι ου κοσμάκους. Τον τρόμαξαν τον δόλιο. Μέχρι τώρα είχαμι τσι τρουμουκράτες: «Μπουμ»! από δω, «μπαμ!» από κει, «σβουρ!» τα τσουνάμια απ’ τη μια, «σβουρ!» οι κατρίνες απ’ την άλλ’ τον αφάνισαν τον κουσμάκο. Έχουμι και κείνον τον τρανό τον αγέλαδο που ούλα τα γκρεμάει και τώρα κουνάει κι εμάς και τώρα για καπάκι μας ήρθε και τούτο το κακό κι όλους θα μας φάει. Άι  κυρ-Παντέλο είμ’ περίεργια τι θ’ αφήκουμε στ’ αγγόνια μας. Ούλα τα χάλασα οι διμονισμέν’. Ούλα! Και τάχα είναι μαναχά αυτά… συνέχισε να λέει η κυρα-Δέσπω με αγανάκτηση και θυμό… Εδώ γιε μ’ χανόμαστε κι αυτοί οι αναθεματισμέν’ τσι νέας δημοκρατίας κι η συρλοιά απ’ τσι πασόκ’ τηράν να καγηγοράν ο ένας το άλλον. Ε τι να πω η δόλια μ’. Τέτοια ζαγάρια δεν έχω ματαδεί. Φτου! να μου χαθούν, κάνει και φτύνει στον κόρφο της.

Ο δημοσιογράφος άκουγε και δεν έλεγε τίποτα. Μόνο που κουνούσε το κεφάλι του. Την ίδια στιγμή ένας κόκορας όμορφος και περήφανος, κατακόκκινος και βαρβάτος άρχισε να λαλάει με μια φωνή καμπάνα που έφτανε σε όλα τα γύρω φαράγγια και ξαφνικά ανέβηκε ψηλά σε μια κότα.

-Τήρα, τήρα Παντέλο μ’ κι πες μ’ αν έχ’σ ματαδεί τέτοιο περήφανο κι λεβέντικο κοκόρι. Κι μέσα στην κάμαρ’ έρχιτι πολλές βουλές και, τσουπ, αψλά στο τραπέζι να τρώει απ’ το χέρι μου και να ’χω πληθώρα απ’ αβγά. Αϊ γιε μ’, τι να σου πω τώρα. Αυτός και τσι κατσίκες αψλά τον βλέπω πολλές βουλές, τον αναθεματισμένο. Άντε τώρα εσύ να τον δεις να αρρωσταίν’ κι να ψοφάει.

-Έλα κυρα-Μήτραινα μη φοβάσαι, δε θα φτάσουμε εκεί. Όλα θα περάσουν…θα δεις.

-Αφού νωρίτερα εξαφανιστούν τα πλιάμ’. Αϊ καλά κυρ-Παντέλο. Αυτό μας έλειπε τώρα· κι τσι κότες να χάσουμι μέσα απ’ τα χέρια μας κι εμείς να μη ξέρουμι τι θα μας βρει. Ε κυρ-Παντέλο, όσες κότες βόσκισαν ως τα τώρα οι άνθρωποι, τώρα θα βοσκίσουν οι κότες τσ’ ανθρώπ’. Και καλά να παθ’ν. Να, μα το Θεώ κι ας κολαστώ. Αυτοί φταίνε για τούτη την κατάντια μας. Οι τρανοί αμερικάν’ κι ευρωπαίοι κι ούλ’ οι βιομήχαν’. Αυτοί, γιε μ’ κι ούλοι τους η συρλοϊά (φάρα) το γνώριζαν τούτο το μασκαραλίκ’ και δεν έκαναν τίποτες. Τώρα τάχατις τρέχν, οι αφουρισμέν’. Άντε μπες από μέσα να σε ψήσω ένα καφέ να καταλαγιάσ’ν κι μένα λίγο τα μαράζια μ’. Αχ! τήρα, τήρα κυρ-Παντέλο κείνη την ασπρούλα, την άλλ’ την κοκκινούλα. Αμ και  κείνο το γαλόπουλο σαν μεταξένιο παγόνι είν’, το καμάρι μ’.

Λίγο πριν το σούρουπο ο κυρ-Παντελής έφυγε. Όσο κι αν επέμενε η κυρα-Δέσπω και ο άντρας της ο Μήτρος να του δώσουν μια κοτούλα και λίγα αβγά δε τα κατάφεραν.

-Τέτοιες κότες και κοκόρια κυρα-Δέσπω δεν πρέπει να τα τρώμε αλλά να τα έχουμε στα σαλόνια μας για ομορφιά. Ας ελπίσουμε ότι στην κτηνωδία των ανθρώπων θα επικρατήσει η λογική.

-Να μας ματάρθεις κυρ-Παντέλο, φώναξε ξοπίσω του η κυρα-Δέσπω.

-Ναι ναι, έλα κάνα βραδάκι να τινάξουμε κι κάνα κρασί. Φέρε και κείνον τον καραγκούν’ τον υπουργό να του θυμίσουμε την καταγωγή τ’.

-Ναι, ναι, σίγουρα θα ξαναρθώ· έχετε το λόγο μου…

 

Ε.Ε., Οκτώβρης 21 2005  www.fasoulas.de  Vaios@fasoulas.de

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: