ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ


Το προηγούμενο βρίσκεται ΕΔΩ )

  

Συνέγραψεν : Μιχάλης .Πατεράκης 

ΠΑΡΑΔΟΞΟΤΗΤΑ

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησα.

Φαίνεται ότι περίμενε άλλη ερώτηση. Κάποια σχετική με ¨τον καινούργιο κόσμο¨.

Όμως εγώ ένοιωσα ότι αν μου έλεγε ποιος ήταν θα είχα αμέσως τις απαντήσεις σε όλα αυτά που έζησα αυτό το απόγευμα. Το αν θα μπορούσα να προσαρμοστώ ή όχι σ’ αυτή τη καινούργια πραγματικότητα, αυτό ήταν άλλο θέμα.

«Μιχάλη έχω την εντύπωση ότι μεγάλωσες, ωρίμασες μέσα σε μερικές ώρες. Είναι έτσι;»

«Ποιος είσαι;» επέμεινα.

Πάλι δεν φαινότανε διατεθειμένος να αποκαλύψει τη ταυτότητά του.

«Σου άρεσαν αυτά που είδες; Σου άρεσε αυτός ο κόσμος; Θα μπορούσες να ζήσεις μέσα σε αυτόν;»

«Ίσως θα μπορούσα. Με μια προϋπόθεση: Να άλλαζε μαζί με μένα. Να άλλαζε με το ρυθμό που θα μεγάλωνα. Όχι μέσα σε ένα απόγευμα. Έτσι…δεν το αντέχω.»

«Ας υποθέσουμε ότι θα γινόταν έτσι. Θα σου άρεσε να είσαι σαν όλους αυτούς που είδες  στη βόλτα που κάναμε; Αυτούς που… τρέχουν, αυτούς τους πάντοτε βιαστικούς  ανθρώπους, που το κυριότερο μέλημά τους είναι πώς να γεμίσουν τις τσάντες τους με ψώνια, πολλά από τα οποία τους είναι τελείως άχρηστα; Θα ήθελες να μοιάσεις με όλους αυτούς που έχουν πάψει πλέον να ενδιαφέρονται για τον διπλανό τους, που δεν μιλάνε μεταξύ τους, αλλά και όταν μιλάνε κανείς πραγματικά δεν ακούει κανέναν; Θα σου άρεσε να κάθεσαι τα βράδια με την οικογένειά σου και αντί να συζητάτε για σας τους ίδιους και για όλο τον κόσμο, να βλέπετε ηλίθιες εκπομπές στη τηλεόραση χωρίς να ανταλλάσετε ούτε μία κουβέντα μεταξύ σας; Πες μου θα ήθελες να γινόσουνα σαν όλους αυτούς έστω και αν η αλλαγή γινότανε παράλληλα με το μεγάλωμά σου;»

«Είναι…όλοι έτσι;» ρώτησα ξέπνοα.

«Φυσικά όχι. Δεν είναι όλοι έτσι. Όμως είναι οι περισσότεροι. Υπάρχουν και αυτοί που αντιστέκονται ακόμη. Επειδή όμως είναι η μειονότητα οι άλλοι τους αντιμετωπίζουν σαν γραφικούς.»

«Εγώ μπορώ να…ανήκω στους λίγους;»

Εκείνος γέλασε.

«Θες δε θες εκεί θα ανήκεις. Στη μειοψηφία» απάντησε αινιγματικά. «Το μέλλον σου είναι προγεγραμμένο.»

«Τι εννοείς;» ρώτησα με κάποια ανησυχία.

«Κοίταξέ με καλά Μιχάλη. Στο πρόσωπο, στα μάτια και πες μου αν σου…θυμίζω τίποτα»

Έκανα αυτό που μου είπε. Έγειρα πολύ κοντά του και εστίασα το βλέμμα μου στα μάτια του. Αυτός έμεινε τελείως ακίνητος και ανέκφραστος.

Ξαφνικά ένοιωσα τη  καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Κάτι συλλάμβανε ο εγκέφαλός μου αλλά φαίνεται ότι το συνειδητό μου το απέρριπτε σαν ¨μη αποδεκτό¨. Συνέχιζα όμως να τον κοιτάζω με επιμονή, με σκοπό να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που ¨έπιανε¨ ο νους μου και ¨απέρριπτε¨ η συνείδησή μου.

Δεν άργησα να το ανακαλύψω. Και η άμεση αντίδρασή  μου ήταν να πεταχτώ πάνω πανικοβλημένος και να ξεμακρύνω μερικά βήματα.

Το καλόκαρδο γέλιο του με σταμάτησε. Ήξερα ότι αυτός ο άντρας δεν έχει πρόθεση να μου κάνει κακό. Ίσα-ίσα μάλιστα. Δεν θα μπορούσε, δεν θα τον συνέφερε να βλάψει…τον ίδιο του τον εαυτό!!!

Σηκώθηκε όρθιος και με πλησίασε. Εγώ είχα μείνει στήλη άλατος.

«Μιχάλη μόνος σου έδωσες την απάντηση στην ερώτησή σου: ¨Ποιος είμαι¨. Και για να σου το πω και με λόγια: Ναι …είμαι εσύ! Σαράντα οχτώ χρόνια μετά! Στο μέλλον, το οποίο μέλλον αποφάσισε να σε επισκεφθεί. Για λίγο, για μερικές ώρες. Μην αρχίσεις όμως να με ρωτάς για το πώς εξελίχθηκε η ζωή μου…η ζωή σου! Ένα μόνο μπορώ να σου πω: Καλά θα τα πας! Περιουσία βέβαια δε θα κάνεις-άλλωστε δε τη χρειάζεσαι. Θα αποκτήσεις  όμως καλούς φίλους και αυτή θα είναι η μόνη σου ¨περιουσία¨. Η ανεκτίμητη. Και κάτι τελευταίο: Το σίγουρο είναι ότι θα ζήσεις μέχρι τα πενήντα οχτώ σου χρόνια. Από κει και πέρα δεν ξέρω. Αν ¨μου επιτραπεί¨ πιθανόν να σε επισκεφθώ ξανά…φυσικά αν όλα πάνε καλά! Καταλαβαίνεις τι…εννοώ! Τώρα πρέπει να φύγω»

«Μια στιγμή. Δώσε μου λίγο χρόνο. Δε  θα σε ρωτήσω για μένα αλλά για τους ανθρώπους…εδώ…σ’ αυτή τη χώρα. Ο πατέρας μου, πολλές φορές, μου μιλάει για την Ελλάδα, για τους Έλληνες, για το ότι είμαστε καλός λαός, έχουμε φιλότιμο, βοηθάμε ο ένας τον άλλον και δεν είμαστε ιδιοτελείς. Αυτά όμως που είδα απόψε, αυτά που μου έδειξες…δεν ήταν καλά. Δεν είμαι σίγουρος αλλά αυτοί οι άνθρωποι που είδα δε μου φαίνονται ότι μπορούν να σκεφτούν τον διπλανό τους. Να τον βοηθήσουν αν έχει ανάγκη. Μου φάνηκε ότι νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους. Έτσι είναι, αυτή θα είναι η εξέλιξη των Ελλήνων ή κάνω λάθος;»

«Δε κάνεις λάθος. Αυτή-δυστυχώς-θα είναι η πορεία τους. Πολλοί, οι περισσότεροι θα πουλήσουν τη ψυχή τους…ξέρεις που, κυνηγώντας τάχα την ευτυχία, χωρίς να ξέρουν ότι κυνηγάνε στη πραγματικότητα την ψευδαίσθησή της. Στο μέλλον θα ακούσεις-εγώ ήδη…την άκουσα!-μια ωραία και  αληθινή φράση: ¨Ευτυχία δεν είναι να επιθυμείς αυτό που δεν έχεις αλλά να λατρεύεις αυτό που έχεις!¨ Φεύγω τώρα. Δεν σου εύχομαι να έχεις καλή ζωή…γιατί θα την έχεις!»

Άρχισε να απομακρύνεται. Έκανα να τρέξω ξοπίσω του αλλά ένοιωσα να βυθίζομαι μέσα σε μια παχύρευστη, αόρατη μάζα που με φρέναρε. Γύρισε και μου είπε:

«Δεν μπορείς να προχωρήσεις Μιχάλη. Αυτό που σε μπλόκαρε είναι-όπως λένε και οι επιστήμονες- το χωροχρονικό όριο που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον.»

Φώναξα απελπισμένα:

«Μια τελευταία ερώτηση: Θα αλλάξουν κάποτε οι άνθρωποι; Θα…γυρίσουμε με κάποιο τρόπο στα παλιά, σε πιο ανθρώπινη κοινωνία;»

Η μορφή του έσβηνε σιγά-σιγά αλλά άκουσα καθαρά την απάντησή του:

«Ναι. Αφού πρώτα πληρώσουν το τίμημα του τεράστιου εγωισμού τους και της έπαρσής τους.»

«Πότε θα γίνει αυτό;» ούρλιαξα.

«Ήδη άρχισε ένα χρόνο πριν! Στον δικό μου χωρόχρονο».

Χάθηκε στα βάθη της νύχτας.

Έπρεπε να γυρίσω στο σπίτι. Θα έχει ανησυχήσει η μάνα μου. Αλλά μπορεί και όχι. Μάλλον είναι πλέον αδιάφορη για μένα. Φαίνεται τα πολλά λεφτά που ήλθαν την άλλαξαν. Αλλά πάλι μάνα είναι και μ’ αγαπάει πολύ. Θα πάω να της μιλήσω για όλα αυτά που έζησα. Μπορεί να μη με πιστέψει αξίζει όμως να το ρισκάρω.

Άρχισα να τρέχω προς το σπίτι. Επιτάχυνα συνεχώς. Σε λίγο έτρεχα σα τρελός. Λαχανιασμένος έφτασα στη πόρτα του σπιτιού μου. Η μάνα μου βρίσκονταν εκεί. Μόλις με είδε έσυρε τη γνωστή δυνατή φωνή της που χρησιμοποιούσε όταν έκανα κάποια αταξία.

«Μιχάληηηη!».

Την είδα από πάνω μου. Άρα εγώ ήμουν κάτω. Κάτω που όμως;

«Ξύπνα επιτέλους! Θα σου βάλει πάλι τις φωνές ο αδελφός σου. Ξέρεις ότι θέλει τη βοήθειά σου στο τρίψιμο των χταποδιών».

Δεν χρειάστηκα και πολύ χρόνο για να συνειδητοποιήσω που βρισκόμουν.

Πετάχτηκα πάνω και κοίταξα την όμορφη μάνα μου που με παρατηρούσε με ανυπομονησία αλλά και άπειρη αγάπη.

«Το γάλα σου είναι έτοιμο.»

Το ήπια γρήγορα πήρα το καμάκι μου και βγήκα έξω.

«Μαμά είδα ένα όνειρο και…αλλά …άστο. Θα σου το πω μετά. Φεύγω τώρα»

«Να προσέχεις στα βράχια. Εντάξει;»

«Μην ανησυχείς» και αμέσως τη ρώτησα χαμογελώντας:

«Να προσέχω και τα αμάξια στο δρόμο;»

«Μιχαλιό αστειεύεσαι; Ποια αμάξια; Κάθε μια ώρα περνάει που και κανένα».

ΤΕΛΟΣ

               

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: